Ο κόσμος των ονείρων είναι πολύπλοκος. Δεν υπακούει στους νόμους της φύσης ή της μαγείας. Κάμπτεται και παίρνει μορφή με βάση την βούληση αυτού που ονειρεύεται.
Λίγοι γνωρίζουν τη δύναμη που κατέχουν μέσα στα όνειρά τους — ή πως οι όμορφες αυταπάτες του υποσυνείδητου έχουν επιρροή στον ξύπνιο.
Και η άγνοια τους ήταν αυτό που έκανε την Πανδώρα ισχυρή. Γιατί εκείνη δεν ονειρευόταν απλώς. Εκείνη περπατούσε ανάμεσα στους δυο κόσμους.
Βουτούσε στο χάος των ονείρων και τα τα έπλαθε. Τα διόρθωνε. Τα διέλυε. Ή τα χρησιμοποιούσε.
------------
Η Ωρόρα άραξε στο λιμάνι της Άστασκο, όπου και αποβιβάστηκε η Πανδώρα. Στόχος της ήταν να περάσει στην Αχντιστι· εκεί ήξερε πως θα έβρισκε τον νεκρομάντη που έψαχνε.
Η περιοχή ήταν απαγορευμένη. Οι περισσότεροι την απέφευγαν από φόβο πως όλες οι τρομακτικές ιστορίες ήταν αληθινές. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πως η μαγεία εκεί ήταν σφραγισμένη και η γη νεκρή εδώ και αιώνες.
Θα της έπαιρνε τουλάχιστον δύο εβδομάδες για να κάνει τον γύρο της οροσειράς και να περάσει στην περιοχή από το τείχος ανατολικά της Μαγνταβά, οπότε ήλπιζε να βρει κάποιον που θα την περνούσε από τα παλιά ορυχεία των νάνων. Ήθελε να αποφύγει με κάθε κόστος να πλησιάσει την πρωτεύουσα — όμως η Φλόσαρ ήταν η μόνη της επιλογή.
Λόγω της κεντρικής της θέσης στον χάρτη και την κοντινή της απόσταση απο την Σελάντια, εκεί λάμβανε χώρα το μεγαλύτερο παζάρι της ηπείρου. Καραβάνια από κάθε πόλη και χωριό συνέρρεαν και οι συναλλαγές κυμαίνονταν από σπάνια αντικείμενα, πολύτιμους λίθους και κοσμήματα, μέχρι τεχνουργήματα παλιάς μαγείας.
Για το συγκεκριμένο εμπόρευμα θα έπρεπε να βρεις τους κατάλληλους -και πάνω από όλα έμπιστους- εμπόρους και να έχεις και τον ανάλογο χρυσό, αν δεν θέλεις να καταλήξεις σε κάποια φυλακή του συμβουλίου.
Η Πανδώρα έψαχνε κάτι συγκεκριμένο, κάτι που θα μπορούσε να πληρώσει τις υπηρεσίες του νεκρομαντη ,αν και δεν ήξερε ακόμη τι.
Θα το αναγνώριζε μόλις το έβλεπε.
Προς το παρόν περπατούσε, ακόμα χαμένη και μπερδεμένη με τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και τι σήμαιναν ολα αυτά για το δικό της μέλλον. Όσο απομακρυνόταν από το Έρως, όσο περνούσαν οι μέρες πολλές από τις αναμνήσεις της χάνονταν. Ίσως δεν ήταν ποτέ δικές της αναμνήσεις.
Ισως ήταν η επιρροή της μαγείας μυαλού που την είχαν δέσει, και τώρα εγκατέλειπε το σώμα της.
Έπρεπε να μείνει ψύχραιμη. Να αποφύγει τους μπελάδες.
Ειδικά αν όντως τη θεωρούσαν νεκρή στη φωτιά του Ασύλου.
Έτσι έπρεπε να μείνει.
Η αγορά ήταν γεμάτη από κόσμο. Έμποροι που φώναζαν και διαφήμιζαν το εμπόρευμα τους, πελάτες που παζαρευαν για καλύτερες τιμές. Χρώματα και αρώματα και....
Φυσικά θα υπήρχαν εδώ Jarregg. Τους είδε να περνάνε πάγκο σε πάγκο κάνοντας έλεγχο σε καταστηματάρχες, εμπόρευμα και πελάτες. Λογικά θα ψάχνουν για παράνομα.
Γρήγορα κάλυψε με την μαντίλα το πρόσωπο της και με σκυμμένο κεφάλι απομακρύνθηκε απο τον κεντρικό δρόμο του παζαριού.
Χώθηκε σε ένα στενό που όπως υπολόγιζε θα ήταν ασφαλής μέχρι να καθαρίσει η αγορά.
Ο Βιρίντιαν που μέχρι τώρα ήταν κουλουριασμένος στο χέρι της, άρχισε να κινείται ανήσυχα.
Γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Κανείς δεν την ακολούθησε. Όμως κάτι στην ατμόσφαιρα της έλεγε πως έπρεπε να είναι σε επιφυλακή. Συνέχισε πιο βαθιά στο σοκάκι. Πλέον οι φωνές της αγοράς άρχισαν να σβήνουν, όμως η σιωπή σε εκείνο το μέρος είχα κάτι απόκοσμο .
Μέσα από τις σκιές μια φιγούρα ξεπρόβαλε κάνοντας την Πανδώρα να σταματήσει απότομα. Πριν προλάβει να ξεχωρίσει αν είναι φίλος ή εχθρός ο Βιρίντιαν -σε μια κίνηση που δεν συνήθιζε- εκτοξεύτηκε από πάνω της και με ορθάνοιχτα σαγόνια καρφώθηκε στον λαιμό του ξένου.
Ο άντρας έπεσε αναίσθητος στο έδαφος. Πλέον είχε περάσει στο ονειρικό πλάνο χάρη στο δηλητήριο του φιδιού.
Η Πανδώρα σοκαρισμένη, πρόλαβε μόνο να απλώσει το χέρι της πριν σωριαστεί και η ίδια.
Role Playing Writing Game
Φιδόμορφη Άτη
Re: Φιδόμορφη Άτη
Άντε πάλι ταξίδι μέχρι τη Φλόσαρ σκέφτηκε καθώς ετοιμαζόταν για την 4η κωμόπολη της Σελάντια. Για έναν τυφλό τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα στις μεγάλες μετακινήσεις.
"Άντε βρε σκιάχτρο εσένα θα περιμένουμε!" Η γνώριμη φωνή αντίχησε μέσα στην πέτρινη κοιλότητα. Ο Σάιν, ένα χάφλινγκ της πρωτεύουσας ήταν έμπορος υφασμάτων και πήγαινε μία φορά το μήνα στα παζάρια της Φλόσαρ για να αγοράζει τα υλικά του.Που και που φόρτωνε τον Γκλίριον που ψώνιζε εκεί τα απαραίτητά του.
"Να σε δω πως θα κανες εσύ με άδειες κόγχες άχαρο πλάσμα" έκανε ξερά ο Γκλίριον ενώ ψηλαφιστά ερχόταν προς την έξοδο της σπηλιάς. Τον χαιρέτησε με χειραψία και σιγά σιγά πήρε θέση πάνω στο κάρο του Σάιν. Λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν στην πολύβουη αγορά της Φλόσαρ ανάμεσα στους πάγκους μπαχαρικών, μυρωδικών και αρωματικών φυτών.
H βαβούρα της αγοράς και η πολυκοσμία συχνά τον σπρώχνει μακριά από το πλήθος, στρίβοντας σε ενα σοκάκι, ξεκίνησε να κινείται ψηλαφιστά για να κόψει κάθετα το στενάκι μέχρι την επόμενη πλατεία. Καθώς έστριβε ένιωσε μία παράξενη αύρα να έρχεται από την άλλη γωνία, καθώς βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, δεν πρόλαβε να μιλήσει, όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
Ένιωσε μία αστραπιαία κίνηση στο χώρο και ένα δάγκωμα στο λαιμό του. Ξαφνικά ένιωσε σαν να άλλαξε διάσταση, σαν ο υλικός κόσμος να έπαψε να υπάρχει. Καθώς σωριαζόταν το κορμί του, το πνεύμα του ακολουθούσε σε αργή κίνηση μέσα σε ένα ιριδίζον παραπέτασμα σαν να βυθίζεται ο ίδιος και ο κόσμος γύρω του σε μία ονειρική διάσταση.
"Άντε βρε σκιάχτρο εσένα θα περιμένουμε!" Η γνώριμη φωνή αντίχησε μέσα στην πέτρινη κοιλότητα. Ο Σάιν, ένα χάφλινγκ της πρωτεύουσας ήταν έμπορος υφασμάτων και πήγαινε μία φορά το μήνα στα παζάρια της Φλόσαρ για να αγοράζει τα υλικά του.Που και που φόρτωνε τον Γκλίριον που ψώνιζε εκεί τα απαραίτητά του.
"Να σε δω πως θα κανες εσύ με άδειες κόγχες άχαρο πλάσμα" έκανε ξερά ο Γκλίριον ενώ ψηλαφιστά ερχόταν προς την έξοδο της σπηλιάς. Τον χαιρέτησε με χειραψία και σιγά σιγά πήρε θέση πάνω στο κάρο του Σάιν. Λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν στην πολύβουη αγορά της Φλόσαρ ανάμεσα στους πάγκους μπαχαρικών, μυρωδικών και αρωματικών φυτών.
H βαβούρα της αγοράς και η πολυκοσμία συχνά τον σπρώχνει μακριά από το πλήθος, στρίβοντας σε ενα σοκάκι, ξεκίνησε να κινείται ψηλαφιστά για να κόψει κάθετα το στενάκι μέχρι την επόμενη πλατεία. Καθώς έστριβε ένιωσε μία παράξενη αύρα να έρχεται από την άλλη γωνία, καθώς βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, δεν πρόλαβε να μιλήσει, όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
Ένιωσε μία αστραπιαία κίνηση στο χώρο και ένα δάγκωμα στο λαιμό του. Ξαφνικά ένιωσε σαν να άλλαξε διάσταση, σαν ο υλικός κόσμος να έπαψε να υπάρχει. Καθώς σωριαζόταν το κορμί του, το πνεύμα του ακολουθούσε σε αργή κίνηση μέσα σε ένα ιριδίζον παραπέτασμα σαν να βυθίζεται ο ίδιος και ο κόσμος γύρω του σε μία ονειρική διάσταση.
...I look into your future and i see death...

Re: Φιδόμορφη Άτη
Ανοιξε τα μάτια της.
Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πύργους, τόσο ψηλούς που δεν μπορούσε να δει πού τελείωναν. Ο ουρανός πάνω της έλαμπε – αστέρια και γαλαξίες απλώνονταν σαν μια ζωντανή ταπετσαρία. Έμοιαζαν τόσο κοντινά, που θα μπορούσε να τα αγγίξει αν σήκωνε το χέρι της.
Πίσω της, μόνο πυκνή ομίχλη.
Η βλάστηση έμοιαζε να είχε καταπιεί μεγάλο μέρος των πύργων και ό,τι άλλο υπήρχε γύρω τους. Τα πάντα, εκτός από τα πέτρινα σκαλιά ανάμεσά τους – το μοναδικό καθαρό μονοπάτι που άνοιγε μπροστά της. Κι όμως, μέσα στο χάος, υπήρχε μια μυστηριώδης τάξη. Μια αίσθηση ισορροπίας που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Οι αισθήσεις της παρέμεναν μουδιασμένες. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε γιατί. Η συνείδησή της κοιμόταν, και δεν αμφισβήτησε στιγμή το κάλεσμα που ερχόταν από το πέρασμα ανάμεσα στους πύργους.
Ανέβηκε το πρώτο σκαλοπάτι, και ύστερα το δεύτερο και όσο ανέβαινε η ομίχλη πίσω της την ακολουθούσε.
Πόση ώρα ανεβαίνει αυτές τις σκάλες; Λεπτά ή μήπως είχαν περάσει ώρες; Οι πύργοι πίσω της είχαν χαθεί και η καταχνιά συνέχισε να την ακολουθεί, όχι τόσο σαν απειλή αλλά περισσότερο σαν υπενθύμιση. Δεν υπήρχε επιστροφή.
Σαν να αντανακλούσε η σκέψη της στον ίδιο τον κόσμο, εμφανίστηκαν μπροστά της δύο ακόμη πύργοι – μικρότεροι αυτή τη φορά. Πέρα απ’ αυτούς, ένα χωριό γεμάτο με φωτισμένα παράθυρα.
Ζωντανό.
Ή τουλάχιστον, έτσι φαινόταν.
Το χωριό απλωνόταν μπροστά της, δεκάδες παράθυρα φωτισμένα, σαν οι κάτοικοι του να τελείωσαν τις δουλειές της ημέρας και ετοιμάζονταν για τη ξεκούραση της νύχτας.
Κι όμως δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε φωνές, ούτε βήματα, ούτε καν ο αέρας στα φύλλα.
Προχώρησε διστακτικά στον κεντρικό δρόμο. Τα σπίτια της φαίνονταν γνώριμα μα και ξένα ταυτόχρονα. Αυτή η οικεία αίσθηση έμοιαζε σαν μια φαγούρα βαθιά στο μυαλό της που δεν μπορούσε να ξύσει.
Πλησίασε το πιο κοντινό σπίτι. Πριν προλάβει να χτυπήσει, η πόρτα άνοιξε με φόρα.
Ήταν η Σελέστ.
"Μα που είσαι τόση ώρα;" της φώναξε καθώς την τραβούσε μέσα στο σπίτι. "Η Άισλιν κοντεύει να φάει όλο το ψητό!"
"Εγώ..." ξεκίνησε να λέει μπερδεμένη κοιτάζοντας τον εσωτερικό χώρο. Μα ναι τι χαζή που ήταν! Αυτό είναι το σπίτι τους. Βρίσκονται στο Έρως. Όμως το υπόλοιπο χωριό.... γύρισε να κοιτάξει πίσω από εκεί που είχε έρθει, μα η πόρτα είχε ήδη κλείσει.
"Συγνώμη κορίτσια, έχασα την αίσθηση..." κάθε αίσθηση τώρα που το ξανασκέφτεται "..του χρόνου."
Κάθισαν και έφαγαν, ήπιαν το αγαπημένο τους κρασί –ακριβώς όπως κάνουν πάντα όταν συναντιούνται– και γέλασαν για ώρες. Πόσο πολύ τις αγαπούσε! Και πόσο πολύ της είχε λείψει αυτό. Τελευταία φορά που είχαν βρεθεί ήταν στο υπόγειο του μαγαζιού τους πριν......
Έμεινε με το ποτήρι μετέωρο λίγο πριν αγγίξει τα χείλη της. Κοίταξε την Σελέστ που πλέον είχε ξεκινήσει να μαζεύει τα πιάτα, και ύστερα την Άισλιν που σηκώθηκε και άνοιξε το συρτάρι δίπλα από την βιβλιοθήκη –εκεί όπου η Πανδώρα ήξερε πως φύλαγε τα ταρώ της.
Όλα φαίνονται τόσο φυσιολογικά, και όμως αυτή η αίσθηση ότι κάτι είναι λάθος δεν έλεγε να την αφήσει.
Τι ήταν αυτό που δεν έβλεπε;
Άισλιν έκλεισε το συρτάρι αργά, σχεδόν με τελετουργική προσοχή, και γύρισε κρατώντας το κουτί των ταρώ.
«Είστε έτοιμες;» ρώτησε, σχεδόν παιχνιδιάρικα, μα τα μάτια της έμειναν σκοτεινά.
Πριν η Πανδώρα απαντήσει, το κουτί είχε ήδη ανοίξει, το τραπέζι μπροστά τους ήταν πεντακάθαρο και η Σελέστ καθόταν πίσω στη θέση της.
Ανακάτεψε τις κάρτες με μαεστρία και τις άπλωσε μπροστά της με την ανάποδη πλευρά. Η Πανδώρα ήπιε λίγο από το κρασί της πριν αρχίσει να γελάει με τη σοβαρή έκφραση που είχε πάρει η Άισλιν.
«Γέλα όσο θες, όμως τίποτα δεν είναι κρυφό από τις κάρτες!» Είπε αυστηρά.
Η Σελέστ τράβηξε την καρέκλα της πιο κοντά και η Πανδώρα τη μιμήθηκε.
Η Άισλιν τράβηξε την πρώτη κάρτα.
Δύο Σπαθιά.
Μια φιγούρα με δεμένα μάτια και δύο ξίφη σταυρωμένα στο στήθος.
"Βρίσκεσαι σε ένα σημείο όπου διαισθάνεσαι πως υπάρχουν δύο αλήθειες, δύο δρόμοι, δύο πραγματικότητες και δεν μπορείς να επιλέξεις. Είσαι τυφλωμένη."
Αντάλλαξε ένα βλέμμα απορίας με τη Σελέστ, η οποία την κοιτούσε με σηκωμένο φρύδι.
Η δεύτερη κάρτα.
Η Σελήνη.
"Αυταπάτες... Όλα όσα βλέπεις ίσως είναι αληθινά... ή και όχι. Η Σελήνη φωτίζει μόνο μερικά πράγματα, τα υπόλοιπα παραμένουν στη σκιά."
Ανακάθισε στη θέση της. Η Πανδώρα άνοιξε το στόμα να ρωτήσει κάτι, αλλά δεν ήταν σίγουρη τι. Το ποτήρι μπροστά της είχε γεμίσει ξανά.
Η τελευταία κάρτα ακούμπησε στο τραπέζι.
Ο Κρεμασμένος.
Η φιγούρα κρεμόταν ανάποδα, αλλά δεν φαινόταν να υποφέρει. Αντίθετα, έμοιαζε γαλήνια. Υποταγμένη στη στασιμότητα.
Η Άισλιν την κοίταξε ευθέως τώρα.
"Είσαι εκεί, ξέρεις. Δεν έχεις επιλογή... εκτός και αν επιλέξεις." Το βλέμμα της αυστηρό, σοβαρό σαν να κρύβει μια προειδοποίηση που η Πανδώρα δεν είχε καταλάβει. Η σοβαρότητα χάθηκε όταν πήρε την πρώτη κάρτα και άρχισε να την κουνά μπροστά στο πρόσωπό της Πανδώρα.
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια. Η ατμόσφαιρα ξαφνικά ελάφρυνε.
Η Άισλιν ανακάτεψε τις κάρτες ξανά και τις έβαλε πίσω στο κουτί.
"Λοιπόν… να σου βάλω λίγο ακόμη κρασί;" ρώτησε η Σελέστ κρατώντας ήδη το μπουκάλι – το οποίο φαινόταν γεμάτο παρόλο που είχαν πιει ήδη από 2 ποτήρια η καθεμία τους. Πότε άνοιξε και άλλο;
Πανδώρα .....
Ένας ψίθυρος τόσο μακρινός, σχεδόν σαν σκέψη.
Κοίταξε τις φίλες της. Η Σελέστ στεκόταν ακόμα με το μπουκάλι στο χέρι περιμένοντας απάντηση από την Πανδώρα. Η Άισλιν είχε ήδη τεντώσει το ποτήρι της περιμένοντας γέμισμα. Αν είχαν ακούσει κάτι, σίγουρα δεν το έδειξαν.
"…Όχι είμαι εντάξει, ευχαριστώ." Ψέλλισε μπερδεμένη.
Πανδώρα....
Αυτή τη φορά ο ψίθυρος ήταν ακόμα πιο έντονος, πιο γνώριμος.
"Ρίγκελ..." βγήκε από το στόμα της περισσότερο σαν αναπνοή παρά σαν λέξη.
Τα κορίτσια την κοιτούσαν ατάραχες. Υπερβολικά ατάραχες. Κάτι σίγουρα δεν πήγαινε καλά.
Σηκώθηκε από την καρέκλα χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Καθόταν ώρες μαζί τους και μόλις τώρα παρατήρησε πως τα μάτια της Άισλιν δεν είχαν το σωστό χρώμα, και το μισοφέγγαρο στο μέτωπο της Σελέστ ήταν λάθος. Όσο τις κοιτούσε τόσο λάθος φαίνονταν.
Δεν είναι αληθινό!
Προσπάθησε να μην πανικοβληθεί. Δεν θα χάσει στο ίδιο της το παιχνίδι. Όμως η βαρύτητα αυτού του πλάνου την τραβούσε δυνατά, υπερβολικά δυνατά για να κρατήσει τη συνειδητότητα της ακέραιη.
"Πανδώρα ..."
Τώρα τον άκουγε πεντακάθαρα.
Άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού όμως αυτό που έβλεπε δεν ήταν το χωριό που είχε περάσει νωρίτερα.
Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πύργους, τόσο ψηλούς που δεν μπορούσε να δει πού τελείωναν. Ο ουρανός πάνω της έλαμπε – αστέρια και γαλαξίες απλώνονταν σαν μια ζωντανή ταπετσαρία. Έμοιαζαν τόσο κοντινά, που θα μπορούσε να τα αγγίξει αν σήκωνε το χέρι της.
Πίσω της, μόνο πυκνή ομίχλη.
Η βλάστηση έμοιαζε να είχε καταπιεί μεγάλο μέρος των πύργων και ό,τι άλλο υπήρχε γύρω τους. Τα πάντα, εκτός από τα πέτρινα σκαλιά ανάμεσά τους – το μοναδικό καθαρό μονοπάτι που άνοιγε μπροστά της. Κι όμως, μέσα στο χάος, υπήρχε μια μυστηριώδης τάξη. Μια αίσθηση ισορροπίας που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Οι αισθήσεις της παρέμεναν μουδιασμένες. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε γιατί. Η συνείδησή της κοιμόταν, και δεν αμφισβήτησε στιγμή το κάλεσμα που ερχόταν από το πέρασμα ανάμεσα στους πύργους.
Ανέβηκε το πρώτο σκαλοπάτι, και ύστερα το δεύτερο και όσο ανέβαινε η ομίχλη πίσω της την ακολουθούσε.
Πόση ώρα ανεβαίνει αυτές τις σκάλες; Λεπτά ή μήπως είχαν περάσει ώρες; Οι πύργοι πίσω της είχαν χαθεί και η καταχνιά συνέχισε να την ακολουθεί, όχι τόσο σαν απειλή αλλά περισσότερο σαν υπενθύμιση. Δεν υπήρχε επιστροφή.
Σαν να αντανακλούσε η σκέψη της στον ίδιο τον κόσμο, εμφανίστηκαν μπροστά της δύο ακόμη πύργοι – μικρότεροι αυτή τη φορά. Πέρα απ’ αυτούς, ένα χωριό γεμάτο με φωτισμένα παράθυρα.
Ζωντανό.
Ή τουλάχιστον, έτσι φαινόταν.
Το χωριό απλωνόταν μπροστά της, δεκάδες παράθυρα φωτισμένα, σαν οι κάτοικοι του να τελείωσαν τις δουλειές της ημέρας και ετοιμάζονταν για τη ξεκούραση της νύχτας.
Κι όμως δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε φωνές, ούτε βήματα, ούτε καν ο αέρας στα φύλλα.
Προχώρησε διστακτικά στον κεντρικό δρόμο. Τα σπίτια της φαίνονταν γνώριμα μα και ξένα ταυτόχρονα. Αυτή η οικεία αίσθηση έμοιαζε σαν μια φαγούρα βαθιά στο μυαλό της που δεν μπορούσε να ξύσει.
Πλησίασε το πιο κοντινό σπίτι. Πριν προλάβει να χτυπήσει, η πόρτα άνοιξε με φόρα.
Ήταν η Σελέστ.
"Μα που είσαι τόση ώρα;" της φώναξε καθώς την τραβούσε μέσα στο σπίτι. "Η Άισλιν κοντεύει να φάει όλο το ψητό!"
"Εγώ..." ξεκίνησε να λέει μπερδεμένη κοιτάζοντας τον εσωτερικό χώρο. Μα ναι τι χαζή που ήταν! Αυτό είναι το σπίτι τους. Βρίσκονται στο Έρως. Όμως το υπόλοιπο χωριό.... γύρισε να κοιτάξει πίσω από εκεί που είχε έρθει, μα η πόρτα είχε ήδη κλείσει.
"Συγνώμη κορίτσια, έχασα την αίσθηση..." κάθε αίσθηση τώρα που το ξανασκέφτεται "..του χρόνου."
Κάθισαν και έφαγαν, ήπιαν το αγαπημένο τους κρασί –ακριβώς όπως κάνουν πάντα όταν συναντιούνται– και γέλασαν για ώρες. Πόσο πολύ τις αγαπούσε! Και πόσο πολύ της είχε λείψει αυτό. Τελευταία φορά που είχαν βρεθεί ήταν στο υπόγειο του μαγαζιού τους πριν......
Έμεινε με το ποτήρι μετέωρο λίγο πριν αγγίξει τα χείλη της. Κοίταξε την Σελέστ που πλέον είχε ξεκινήσει να μαζεύει τα πιάτα, και ύστερα την Άισλιν που σηκώθηκε και άνοιξε το συρτάρι δίπλα από την βιβλιοθήκη –εκεί όπου η Πανδώρα ήξερε πως φύλαγε τα ταρώ της.
Όλα φαίνονται τόσο φυσιολογικά, και όμως αυτή η αίσθηση ότι κάτι είναι λάθος δεν έλεγε να την αφήσει.
Τι ήταν αυτό που δεν έβλεπε;
Άισλιν έκλεισε το συρτάρι αργά, σχεδόν με τελετουργική προσοχή, και γύρισε κρατώντας το κουτί των ταρώ.
«Είστε έτοιμες;» ρώτησε, σχεδόν παιχνιδιάρικα, μα τα μάτια της έμειναν σκοτεινά.
Πριν η Πανδώρα απαντήσει, το κουτί είχε ήδη ανοίξει, το τραπέζι μπροστά τους ήταν πεντακάθαρο και η Σελέστ καθόταν πίσω στη θέση της.
Ανακάτεψε τις κάρτες με μαεστρία και τις άπλωσε μπροστά της με την ανάποδη πλευρά. Η Πανδώρα ήπιε λίγο από το κρασί της πριν αρχίσει να γελάει με τη σοβαρή έκφραση που είχε πάρει η Άισλιν.
«Γέλα όσο θες, όμως τίποτα δεν είναι κρυφό από τις κάρτες!» Είπε αυστηρά.
Η Σελέστ τράβηξε την καρέκλα της πιο κοντά και η Πανδώρα τη μιμήθηκε.
Η Άισλιν τράβηξε την πρώτη κάρτα.
Δύο Σπαθιά.
Μια φιγούρα με δεμένα μάτια και δύο ξίφη σταυρωμένα στο στήθος.
"Βρίσκεσαι σε ένα σημείο όπου διαισθάνεσαι πως υπάρχουν δύο αλήθειες, δύο δρόμοι, δύο πραγματικότητες και δεν μπορείς να επιλέξεις. Είσαι τυφλωμένη."
Αντάλλαξε ένα βλέμμα απορίας με τη Σελέστ, η οποία την κοιτούσε με σηκωμένο φρύδι.
Η δεύτερη κάρτα.
Η Σελήνη.
"Αυταπάτες... Όλα όσα βλέπεις ίσως είναι αληθινά... ή και όχι. Η Σελήνη φωτίζει μόνο μερικά πράγματα, τα υπόλοιπα παραμένουν στη σκιά."
Ανακάθισε στη θέση της. Η Πανδώρα άνοιξε το στόμα να ρωτήσει κάτι, αλλά δεν ήταν σίγουρη τι. Το ποτήρι μπροστά της είχε γεμίσει ξανά.
Η τελευταία κάρτα ακούμπησε στο τραπέζι.
Ο Κρεμασμένος.
Η φιγούρα κρεμόταν ανάποδα, αλλά δεν φαινόταν να υποφέρει. Αντίθετα, έμοιαζε γαλήνια. Υποταγμένη στη στασιμότητα.
Η Άισλιν την κοίταξε ευθέως τώρα.
"Είσαι εκεί, ξέρεις. Δεν έχεις επιλογή... εκτός και αν επιλέξεις." Το βλέμμα της αυστηρό, σοβαρό σαν να κρύβει μια προειδοποίηση που η Πανδώρα δεν είχε καταλάβει. Η σοβαρότητα χάθηκε όταν πήρε την πρώτη κάρτα και άρχισε να την κουνά μπροστά στο πρόσωπό της Πανδώρα.
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια. Η ατμόσφαιρα ξαφνικά ελάφρυνε.
Η Άισλιν ανακάτεψε τις κάρτες ξανά και τις έβαλε πίσω στο κουτί.
"Λοιπόν… να σου βάλω λίγο ακόμη κρασί;" ρώτησε η Σελέστ κρατώντας ήδη το μπουκάλι – το οποίο φαινόταν γεμάτο παρόλο που είχαν πιει ήδη από 2 ποτήρια η καθεμία τους. Πότε άνοιξε και άλλο;
Πανδώρα .....
Ένας ψίθυρος τόσο μακρινός, σχεδόν σαν σκέψη.
Κοίταξε τις φίλες της. Η Σελέστ στεκόταν ακόμα με το μπουκάλι στο χέρι περιμένοντας απάντηση από την Πανδώρα. Η Άισλιν είχε ήδη τεντώσει το ποτήρι της περιμένοντας γέμισμα. Αν είχαν ακούσει κάτι, σίγουρα δεν το έδειξαν.
"…Όχι είμαι εντάξει, ευχαριστώ." Ψέλλισε μπερδεμένη.
Πανδώρα....
Αυτή τη φορά ο ψίθυρος ήταν ακόμα πιο έντονος, πιο γνώριμος.
"Ρίγκελ..." βγήκε από το στόμα της περισσότερο σαν αναπνοή παρά σαν λέξη.
Τα κορίτσια την κοιτούσαν ατάραχες. Υπερβολικά ατάραχες. Κάτι σίγουρα δεν πήγαινε καλά.
Σηκώθηκε από την καρέκλα χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Καθόταν ώρες μαζί τους και μόλις τώρα παρατήρησε πως τα μάτια της Άισλιν δεν είχαν το σωστό χρώμα, και το μισοφέγγαρο στο μέτωπο της Σελέστ ήταν λάθος. Όσο τις κοιτούσε τόσο λάθος φαίνονταν.
Δεν είναι αληθινό!
Προσπάθησε να μην πανικοβληθεί. Δεν θα χάσει στο ίδιο της το παιχνίδι. Όμως η βαρύτητα αυτού του πλάνου την τραβούσε δυνατά, υπερβολικά δυνατά για να κρατήσει τη συνειδητότητα της ακέραιη.
"Πανδώρα ..."
Τώρα τον άκουγε πεντακάθαρα.
Άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού όμως αυτό που έβλεπε δεν ήταν το χωριό που είχε περάσει νωρίτερα.
Re: Φιδόμορφη Άτη
Έκανε να πιάσει το σημείο που τραυματίστηκε όμως δεν ένιωσε τίποτα, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τριγύρω, ήταν ακόμη σωριασμένος στο έδαφος, έκανε να σηκωθεί και πάγωσε, το σώμα του δεν ακολουθούσε!! Τι συμβαίνει σκέφτηκε και σήκωσε το χέρι του, καθώς έκανε τις σπασμοδικές κινήσεις, πάγωσε ξανά. Βλέπω; αναρωτήθηκε. Κι όντως τα μάτια του ήταν ανοιχτά και έβλεπε το σημείο που ήταν σωριασμένος, το φως που τρεμόπαιζε, τα κτίρια, τα χρώματα. Για μια στιγμή, τι συμβαίνει; Καθώς προσπαθούσε να κουνηθεί το έλουσε κρύος ιδρώτας, όταν κατάλαβε, Το σώμα του ήταν ακούνητο, σωριασμένο στο έδαφος και αυτός έξω από αυτό. ΤΙ!!!
Καθώς σηκώθηκε, είδε το κορμί του παγωμένο στο έδαφος να μην ακολουθεί, σαν η αύρα του να κουνιόταν μονάχα και τίποτα άλλο. Αφού έβαλε το μυαλό του σε τάξη ξεκίνησε να κινείται, η μυστηριώδης γυναίκα που συνάντησε δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε το μέρος έμοιαζε με τη Φλόσαρ. Η αρχιτεκτονική, ο κόσμος τριγύρω, τα κτίρια, έμοιαζαν με κάτι άλλο, φτάνοντας σε ένα κεντρικό σημείο, είδε μία ταμπέλα που έγραφε μάλλον το όνομα του μέρους.
Η πινακίδα είχε ξεφτίσει, και φαινόντουσαν μόνο τρία γράμματα Σ Ρ Ν. Μάλλον κάποιο φωνήεν λείπει δεν βγάζει νόημα αλλιώς. Δοκίμασε να μιλήσει σε περαστικούς όμως κανείς δεν σταμάτησε να ασχοληθεί μαζί του. "Γκλίριον, Γκλίριον, που είσαι πάλι παλιοξωτικό; Βιάσου!" Μία άγνωστη γυναικεία φωνή φώναξε το όνομά του, καθώς γύρισε προς την κατεύθυνσή της, ένιωσε μία δυνατή σπρωξιά στην πλάτη και έπεσε ξανά στο έδαφος.
"Με συγχωρείς φίλε", ακούστηκε μία αντρική φωνή, "με ψάχνει η γυναίκα μου και όταν κάτι επείγει δεν αστειεύεται."
"Εσύ είσαι ο Γκλίριον;" τον ρώτησε το ξωτικό, "Είμαι και γω Γκλίριον" του έκανε με νόημα, προτείνοντάς του το χέρι του.
"Γκλίριον Ντένριον Φούνριελ, για την ακρίβεια." - "Γκλίριον Νάντριελ - Ασάχ, χάρηκα και αντίο"
"Πριν φύγεις συνονόματε φίλε, πες μου πως λέγεται η πόλη; Δυσκολεύομαι να προφέρω το όνομά της"
"Η όλη ονομάζεται Σιράν, με κοφτή κατάληξη, φρούριο της φατρίας Ασάχι, πρέπει να φύγω όμως η Σάγια με ψάχνει και έχω αργήσει, καλή συνέχεια".
Καθώς ο ψιλόλιγνος αυτός άντρας, σίγουρα ξωτικό, απομακρυνόταν, ο Γκλίριον έμεινε να κοιτάει τον ορίζοντα χαμένος. Ένιωσα σαν να μιλάω στον εαυτό μου σκέφτηκε και τον ακολούθησε για λίγο, λίγο αργότερα έστριψε σε έναν τετράγωνο, όπου μία γυναίκα και δύο παιδιά περίμεναν σε μία άμαξα. "Άντε βρε αγόρι θα αργήσουμε!" Άκουσε τη γυναίκα να μιλά έντονα, ήταν σίγουρα η φωνή που είχε ακούσει νωρίτερα. Γεροδεμένη, σφιχτό κορμί, μάλλον παλιά πολεμίστρια, μπλε μαλλί και δύο σπείρες για σκουλαρίκια, ενώ μία περίεργη αλυσίδα κρεμόταν από τη ζώνη της. Καθώς τα μάτια τους έκαναν να συναντηθούν εκείνος πάγωσε και έκανε τον ανήξερο. Η γυναίκα τον κοίταξε, έβγαλε εναν περιφρονητικό ρόγχο και έκανε να μπει στην άμαξα με τα δύο τ παιδιά και το ψιλόλιγνο ξωτικό.
Καθώς η άμαξα ξεκινούσε και περνούσε από δίπλα του, άκουσε έναν συριγμό και ξαφνικό κάψιμο στο αριστερό του μάτι, νιώθοντας αίμα να τρέχει στο πρόσωπό του. " Αυτό για να μάθεις να κρυφοκοιτάς!" του είπε η γυναίκα, "δρόμο τώρα γιατί μπορώ να σε κόψω στη μέση!" Έντρομος κοίταξε το πάτωμα και είδε το αριστερό του μάτι να έχει χυθεί στο έδαφος και το πηχτό άιμα να λασπώνει τη σκόνη στο δρόμο. "Έκανε να ουρλιάξει από τον πόνο, αλλά συνειδητοποίησε πως δεν υπήρξε σπιθαμή πόνου. Άξαφνα ένιωσε την κόγχη του να καψαλίζεται και να γυρίζει στη μορφή που είναι στο φυσικό κόσμο.
Καθώς έψαχνε πανδοχείο να κοιμηθεί έπεσε πάνω σε μία τοιχογραφία με μία ακατάληπτη γλώσσα γραμμένη και ένα μεγάλο εξάκτινο αστέρι μέσα σε καπνούς και φλόγες. Ξαφνικά το ακατάλληπτο αλφάβητο έγινε γνώριμο και κατάλαβε πως διάβαζε μία επίκληση σε κάποια αδελφότητα με έναν σκοτεινό θεό. Καθώς διάβαζε το μικρό κείμενο, ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και ξαφνικά το αστέρι κουνήθηκε και ανέβηκε πάνω στον καρπό του. Τίναξε το χέρι του με δύναμη όμως το ξόρκι του σφράγισετην παλάμη, ακριβώς όπως κάνουν οι Jaggers του Αλταΐρ. ΄Εντρωμος το κάλυψε και σύρθηκε να συνεχίσει να βρει πανδοχείο.
Καθώς έπεφτε για ύπνο, ένιωσε μία ένταση στην ατμόσφαιρα, όμως προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άξαφνα ένιωσε μία παρουσία στο χώρο, γύρισε και τινάχτηκε όρθιος βλέποντας το ψιλόλιγνο ξωτικό να είναι μέσα στο δωμάτιο, τρομακτικότατο με κίτρινη μάτια και μία σκοτεινή αύρα να τον περιτριγυρίζει. "Αυτό που βλέπεις", του είπε, "είναι μία αρχαία τεχνική των προγόνων μου η λεγόμενη 'αναβίωση'. Ένα αρχαίο πνεύμα ξυπνά από μέσα μου και γινόμαστε ένα. Όσο προλαβαίνεις πριν με καταπιεί το αρχέγονο πνεύμα, μίλα, ποιος είσα και τι δουλειά έχεις με το αστέρι. ΠΟΙΟΣ ΕΊΣΑΙ!"
Πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα, τα μάτια του ξωτικό άστραψαν, τα δόντια του έγιναν πιο κοφτερά και το σώμα του διπλασιάστηκε σε όγκο, ενώ ντύθηκε ολοκληρωτικά τη σκοτεινή αύρα που εκλύετο. Στιγμές μετά, το παράξενο εκείνο πλάσμα θα ορμούσε στον Γκλίριον και θα τον ξεκοίλιαζε αργά. Αν και δεν ένιωθε πόνο, άκουσε μία γυναικεία φωνή να τον καλεί, Γκλίριον, Γκλίριον, Γκλίριον! Δοκίμασε να παλέψει με το άλλο ξωτικό όμως φαινόταν άδικος κόπος. Πήρε όση φόρα μπόρεσε, με όση δύναμη είχε και πήδηξε από το παράθυρο, σπάζοντας τα τζάμια και ακούγοντας τη φωνή του άλλου Γκλίριον να ουρλιάζει, "ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΏΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΎΟ"!
Καθώς έπεφτε στο κενό, ο χώρος άλλαζε, ο ορίζοντας άλλαζε και η γυναικεία φωνή δυνάμωνε. Πέφτωντας με τα μούτρα ξανά σε έναν χωμάτινο δρόμο, έκανε να σηκωθεί και να τινάξει χώμα, σκόνη και αίμα από πάνω του. Παραδόξως οι πληγές που του είχε κάνει ο άλλος Γκλίριον είχαν εξαφανιστεί. Η γυναικεία φωνή σταμάτησε, κοίταξε μπροστά, μία πόρτα άνοιξε και βγήκε η γυναίκα που συνάντησε πριν λιποθυμήσει στα στενά της Φλόσαρ.
"Εσύ είσαι..." Κατάφερε να ψελίσει πριν σωριαστεί και πάλι στο έδαφος με σπασμούς...
Καθώς σηκώθηκε, είδε το κορμί του παγωμένο στο έδαφος να μην ακολουθεί, σαν η αύρα του να κουνιόταν μονάχα και τίποτα άλλο. Αφού έβαλε το μυαλό του σε τάξη ξεκίνησε να κινείται, η μυστηριώδης γυναίκα που συνάντησε δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε το μέρος έμοιαζε με τη Φλόσαρ. Η αρχιτεκτονική, ο κόσμος τριγύρω, τα κτίρια, έμοιαζαν με κάτι άλλο, φτάνοντας σε ένα κεντρικό σημείο, είδε μία ταμπέλα που έγραφε μάλλον το όνομα του μέρους.
Η πινακίδα είχε ξεφτίσει, και φαινόντουσαν μόνο τρία γράμματα Σ Ρ Ν. Μάλλον κάποιο φωνήεν λείπει δεν βγάζει νόημα αλλιώς. Δοκίμασε να μιλήσει σε περαστικούς όμως κανείς δεν σταμάτησε να ασχοληθεί μαζί του. "Γκλίριον, Γκλίριον, που είσαι πάλι παλιοξωτικό; Βιάσου!" Μία άγνωστη γυναικεία φωνή φώναξε το όνομά του, καθώς γύρισε προς την κατεύθυνσή της, ένιωσε μία δυνατή σπρωξιά στην πλάτη και έπεσε ξανά στο έδαφος.
"Με συγχωρείς φίλε", ακούστηκε μία αντρική φωνή, "με ψάχνει η γυναίκα μου και όταν κάτι επείγει δεν αστειεύεται."
"Εσύ είσαι ο Γκλίριον;" τον ρώτησε το ξωτικό, "Είμαι και γω Γκλίριον" του έκανε με νόημα, προτείνοντάς του το χέρι του.
"Γκλίριον Ντένριον Φούνριελ, για την ακρίβεια." - "Γκλίριον Νάντριελ - Ασάχ, χάρηκα και αντίο"
"Πριν φύγεις συνονόματε φίλε, πες μου πως λέγεται η πόλη; Δυσκολεύομαι να προφέρω το όνομά της"
"Η όλη ονομάζεται Σιράν, με κοφτή κατάληξη, φρούριο της φατρίας Ασάχι, πρέπει να φύγω όμως η Σάγια με ψάχνει και έχω αργήσει, καλή συνέχεια".
Καθώς ο ψιλόλιγνος αυτός άντρας, σίγουρα ξωτικό, απομακρυνόταν, ο Γκλίριον έμεινε να κοιτάει τον ορίζοντα χαμένος. Ένιωσα σαν να μιλάω στον εαυτό μου σκέφτηκε και τον ακολούθησε για λίγο, λίγο αργότερα έστριψε σε έναν τετράγωνο, όπου μία γυναίκα και δύο παιδιά περίμεναν σε μία άμαξα. "Άντε βρε αγόρι θα αργήσουμε!" Άκουσε τη γυναίκα να μιλά έντονα, ήταν σίγουρα η φωνή που είχε ακούσει νωρίτερα. Γεροδεμένη, σφιχτό κορμί, μάλλον παλιά πολεμίστρια, μπλε μαλλί και δύο σπείρες για σκουλαρίκια, ενώ μία περίεργη αλυσίδα κρεμόταν από τη ζώνη της. Καθώς τα μάτια τους έκαναν να συναντηθούν εκείνος πάγωσε και έκανε τον ανήξερο. Η γυναίκα τον κοίταξε, έβγαλε εναν περιφρονητικό ρόγχο και έκανε να μπει στην άμαξα με τα δύο τ παιδιά και το ψιλόλιγνο ξωτικό.
Καθώς η άμαξα ξεκινούσε και περνούσε από δίπλα του, άκουσε έναν συριγμό και ξαφνικό κάψιμο στο αριστερό του μάτι, νιώθοντας αίμα να τρέχει στο πρόσωπό του. " Αυτό για να μάθεις να κρυφοκοιτάς!" του είπε η γυναίκα, "δρόμο τώρα γιατί μπορώ να σε κόψω στη μέση!" Έντρομος κοίταξε το πάτωμα και είδε το αριστερό του μάτι να έχει χυθεί στο έδαφος και το πηχτό άιμα να λασπώνει τη σκόνη στο δρόμο. "Έκανε να ουρλιάξει από τον πόνο, αλλά συνειδητοποίησε πως δεν υπήρξε σπιθαμή πόνου. Άξαφνα ένιωσε την κόγχη του να καψαλίζεται και να γυρίζει στη μορφή που είναι στο φυσικό κόσμο.
Καθώς έψαχνε πανδοχείο να κοιμηθεί έπεσε πάνω σε μία τοιχογραφία με μία ακατάληπτη γλώσσα γραμμένη και ένα μεγάλο εξάκτινο αστέρι μέσα σε καπνούς και φλόγες. Ξαφνικά το ακατάλληπτο αλφάβητο έγινε γνώριμο και κατάλαβε πως διάβαζε μία επίκληση σε κάποια αδελφότητα με έναν σκοτεινό θεό. Καθώς διάβαζε το μικρό κείμενο, ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και ξαφνικά το αστέρι κουνήθηκε και ανέβηκε πάνω στον καρπό του. Τίναξε το χέρι του με δύναμη όμως το ξόρκι του σφράγισετην παλάμη, ακριβώς όπως κάνουν οι Jaggers του Αλταΐρ. ΄Εντρωμος το κάλυψε και σύρθηκε να συνεχίσει να βρει πανδοχείο.
Καθώς έπεφτε για ύπνο, ένιωσε μία ένταση στην ατμόσφαιρα, όμως προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άξαφνα ένιωσε μία παρουσία στο χώρο, γύρισε και τινάχτηκε όρθιος βλέποντας το ψιλόλιγνο ξωτικό να είναι μέσα στο δωμάτιο, τρομακτικότατο με κίτρινη μάτια και μία σκοτεινή αύρα να τον περιτριγυρίζει. "Αυτό που βλέπεις", του είπε, "είναι μία αρχαία τεχνική των προγόνων μου η λεγόμενη 'αναβίωση'. Ένα αρχαίο πνεύμα ξυπνά από μέσα μου και γινόμαστε ένα. Όσο προλαβαίνεις πριν με καταπιεί το αρχέγονο πνεύμα, μίλα, ποιος είσα και τι δουλειά έχεις με το αστέρι. ΠΟΙΟΣ ΕΊΣΑΙ!"
Πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα, τα μάτια του ξωτικό άστραψαν, τα δόντια του έγιναν πιο κοφτερά και το σώμα του διπλασιάστηκε σε όγκο, ενώ ντύθηκε ολοκληρωτικά τη σκοτεινή αύρα που εκλύετο. Στιγμές μετά, το παράξενο εκείνο πλάσμα θα ορμούσε στον Γκλίριον και θα τον ξεκοίλιαζε αργά. Αν και δεν ένιωθε πόνο, άκουσε μία γυναικεία φωνή να τον καλεί, Γκλίριον, Γκλίριον, Γκλίριον! Δοκίμασε να παλέψει με το άλλο ξωτικό όμως φαινόταν άδικος κόπος. Πήρε όση φόρα μπόρεσε, με όση δύναμη είχε και πήδηξε από το παράθυρο, σπάζοντας τα τζάμια και ακούγοντας τη φωνή του άλλου Γκλίριον να ουρλιάζει, "ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΏΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΎΟ"!
Καθώς έπεφτε στο κενό, ο χώρος άλλαζε, ο ορίζοντας άλλαζε και η γυναικεία φωνή δυνάμωνε. Πέφτωντας με τα μούτρα ξανά σε έναν χωμάτινο δρόμο, έκανε να σηκωθεί και να τινάξει χώμα, σκόνη και αίμα από πάνω του. Παραδόξως οι πληγές που του είχε κάνει ο άλλος Γκλίριον είχαν εξαφανιστεί. Η γυναικεία φωνή σταμάτησε, κοίταξε μπροστά, μία πόρτα άνοιξε και βγήκε η γυναίκα που συνάντησε πριν λιποθυμήσει στα στενά της Φλόσαρ.
"Εσύ είσαι..." Κατάφερε να ψελίσει πριν σωριαστεί και πάλι στο έδαφος με σπασμούς...
...I look into your future and i see death...

Re: Φιδόμορφη Άτη
Σαν σειρήνα, ήταν η φύση της να προσελκύει τον κόσμο κοντα της, να τον μαγεύει, να τον μαγνητίζει. Όμως κατι σε αυτόν, την εκανε να θελει να παραδοθεί, ένα ακυβέρνητο καράβι που είναι έτοιμο να πέσει πανω στα βράχια.
Και δεν την ένοιαζε καθόλου.
Δεν άκουσε την πόρτα που έκλεισε πίσω της. Ούτε πρόσεξε ότι στο κομοδίνο της υπήρχαν περισσότερα βιβλία απο ότι είχε αφήσει την προηγούμενη φορά που ήταν στο Ελάριον –το ονειρικό πλάνο που είχε δημιουργήσει για τους δύο τους. Ούτε ότι στο τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα περίτεχνο σκαλιστό κουτί.
Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν αυτός, να στέκεται ημίγυμνος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
Ο φάρος της στο σκοτάδι του κόσμου.
Το καταφύγιο της.
Το σπίτι της.
Πήρε τον χρόνο της να παρατηρήσει κάθε του λεπτομέρεια ,όπως τα μαλλιά του που ειχαν μακρύνει λιγο απο την τελευταία φορα που τον είδε ή το κόψιμο στο χέρι του που δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι το προκάλεσε, όμως δεν φαινόταν κάτι ανησυχητικό.
Σαν μαγεμένη πλησίασε προς το μέρος του.
Το ίδιο έκανε και εκείνος.
Και όσο έκλεινε η απόσταση ανάμεσα τους, τόσο ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει όλο και πιο δυνατά, λες και ήθελε να πεταχτεί έξω από το στήθος της.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο τύλιξε τα χέρια της γύρω του και ακούμπησε το πρόσωπό της στον ώμο του. Ήταν ελάχιστα ψηλότερος από αυτή. Δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει για να τον φτάσει. Τα κορμιά τους ταίριαζαν τέλεια, τόσο φυσικά μεταξύ τους, σαν δυο κομμάτια παζλ.
Τον φιλησε λαίμαργα, σαν να ηταν το οξυγόνο της, σαν τοσο καιρο μακριά του να ασφυκτιουσε.
Ξαπλωσε πανω της και με την ακρη της μυτης του χαιδεψε το μαγουλο της. Ενωσε τα χειλη του με τα δικα της και με καθε δευτερόλεπτο ολα γίνονταν πιο εντονα, το φιλι τους, το άγγιγμα τους, η ανάγκη του ενός για τον άλλο.
Τα σώματά τους μπλεγμένα, το δέρμα του ζεστό πάνω στο δικό της. Κάθε άγγιγμά του, κάθε φιλί, την έκανε να νιώθει ότι διαλύεται.
Η ανάσα της κόπηκε όταν εκείνος γλίστρησε τα χέρια του κατά μήκος του κορμιού της και ακούμπησε το στήθος της.
Κάτι έσπασε. Κόκαλα.
Ζεστό αίμα– το αίμα της– ποτίζει τα σεντόνια.
Τα γκριζοπράσινα ματιά του την κοιτούσαν με λαχτάρα. Στα χέρια του, η καρδιά της που χτυπούσε ακόμα.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Πως μπόρεσε να την βλάψει έτσι;
Πως...πως ήταν ακόμα ζωντανή;
"Το βλέπεις τώρα έρωτα μου;" της είπε γλυκά.
"Μου έδωσες την καρδιά σου..." σηκώθηκε απο πανω της με προσοχή.
"..Πολυ επιπόλαιο απο μέρους σου, αλλά θα κάνω οτι καλύτερο μπορώ για να την κρατήσω ασφαλή." Πλησίασε στο τραπεζάκι, εκεί οπου βρισκόταν το σκαλιστό κουτί. Το άνοιξε και έβαλε μεσα την καρδιά της με φροντίδα, σαν να ήταν κάτι πολύτιμο.
Η Πανδώρα μπερδεμένη ανακαθισε στο κρεβάτι, κοιτώντας μια αυτόν, μια το στήθος της. Η τρύπα που άνοιξε ο Ρίγκελ εξαφανίστηκε.
Έβαλε το χέρι της στο στήθος της, η καρδία της χτυπούσε ακόμα στη θέση της.
Τι ακριβώς της πήρε ο Ρίγκελ;
Η συνειδητοποιηση άρχισε να αναδύεται από το σκοτάδι.
Αυτό δεν είναι αληθινό.
Ονειρεύεται...
Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο, όμως κάτι δεν ήταν σωστό. Οι δυνάμεις της έμοιαζαν να μην λειτουργούν.
Σηκώθηκε απο το κρεβάτι παραπατώντας. Ο Ρίγκελ την πλησίασε ανήσυχος και την έπιασε λίγο πριν σωριαστεί στο πάτωμα.
Τα πάντα γύρω της έμοιαζαν αληθινά — η αφή, η ζεστασιά του κορμιού του, το άρωμά του — κι όμως...
"Μείνε εδώ, έρωτά μου. Εδώ είμαστε ασφαλείς. Εδώ όλα είναι όπως πρέπει" της είπε ψιθυριστά ενω την κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά του.
Αφέθηκε στο χάδι του και έκλεισε τα μάτια.
Όντως...όπως πρέπει....
Η καρδία μέσα στο κουτί άρχισε να χτυπάει δυνατά, σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί.
Η Πανδώρα άνοιξε απότομα τα μάτια, σαν να έβλεπε για πρώτη φορά μετά απο πολύ καιρό.
Τα αστέρια έξω απο το παράθυρο τρεμόπαιζαν σαν χαλασμένα φώτα.
Το δωμάτιο της πλέον έμοιαζε τοσο ξένο.
Στράφηκε προς τον Ρίγκελ.
"Μείνε. Μαζί μου. Δεν χρειάζεται να θυμάσαι τίποτα" της είπε φιλωντας το εσωτερικό του καρπού της, όπως έκανε συνήθως...ο πραγματικός Ρίγκελ.
Όχι το αντίγραφο που είχε μπροστά της.
Κατέβασε το χέρι της αργά. Ο άντρας μπροστά της έμοιαζε πληγωμένος με την απόφασή της. Μια υπέροχα στημένη παγίδα. Γλυκιά, βολική. Θανάσιμη.
Όχι. Έπρεπε να μείνει συγκεντρωμενη. Όλα αυτά ήταν δημιουργημενα.
Ένιωθε το πλέξιμο του κόσμου ισχυρό, να την τραβάει πίσω. Πίσω στην αγκαλιά του, στη πλάνη που την κρατούσε εκεί. Πόσο καιρό ήταν εκεί;
ΞΥΠΝΑ! Είπε στον εαυτό της.
Αν οι δυνάμεις της δεν δούλευαν όπως πρέπει, η μόνη της λύση είναι να ξεκινήσει με τα βασικά, όπως όταν είχε ξεκινήσει να εξερευνά την ονειροβασία.
Χρειάζεται μια 'άγκυρα', κάτι να την κρατάει διαυγή. Συνήθως αυτόν τον ρόλο τον έχει ο Βιρίντιαν, ο οποίος.....
Δεν ήταν πουθενά.
Δεν έπρεπε να πανικοβληθεί...
Μια άγκυρα...
Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Μια άγκυρα, να την δένει με τον αληθινό εαυτό της στον πραγματικό κόσμο.
Πριν αυτός την καταπιεί χωρίς γυρισμό.
Το δαχτυλίδι της.
Ναι! Σίγουρα αυτό θα κάνει. Είχε το απαραίτητο δέσιμο που χρειαζόταν για να είναι η άγκυρα της ισχυρή.
Έτριψε το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι με την φεγγαρόπετρα– αυτό που της είχανε δώσει πριν φύγει από τη Ζιραέλ.
"Αυτή είναι η άγκυρα σου, αυτή που σε κρατάει γειωμένη και διαυγή. " είπε στον εαυτό της και άνοιξε τα μάτια.
Δεν βρισκόταν πια στην Ελάριον, όμως αυτό δεν την ξάφνιασε. Πλέον περπατούσε συνειδητά μέσα σε αυτό το ονείρεμα. Είχε τα μάτια της ανοιχτά για μοτίβα που επαναλαμβάνονται, παραφωνίες, πράγματα που μοιάζουν φυσιολογικά στα μάτια των μαγεμένων, αλλά δεν είναι.
Όπως εκείνον τον καταρράκτη στο δάσος… που έτρεχε ανάποδα.
Η βαρύτητα του κόσμου ήταν ισχυρή, την ένιωθε. Και όσο προσπαθούσε να την καταπιεί, τόσο έσφιγγε το δαχτυλίδι της. Σαν υπενθύμιση.
Όμως δεν είχε έρθει εδώ μόνη.
Όσο προχωρούσε προσπαθούσε να ενώσει τα κομμάτια που θυμόταν μέχρι πριν χάσει τις αισθήσεις της και βρεθεί εδω. Θυμόταν ξεκάθαρα κάποιον άλλον εκεί. Κάποιον στον οποίο επιτέθηκε ο Βιρίντιαν. Κάποιον που πολύ πιθανό είναι πιο ευάλωτος από την ίδια σε αυτό το πεδίο.
Ποιος ήταν αυτός;
Γιατί του επιτέθηκε ο Βιρίντιαν;
Που βρίσκονταν;
Γιατί;
Τα ερωτήματα πλήθαιναν με κάθε της βήμα πιο βαθιά στο δάσος.
Σταμάτησε. Ήθελε να δοκιμάσει την δύναμη της στον κόσμο. Έκοψε ένα κίτρινο λουλούδι και το έφερε μπροστά στο πρόσωπο της. Φαντάστηκε ότι τα πέταλα μεταμορφωνονται σε μια γαλάζια πεταλούδα.
Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει το λουλούδι γαλάζιο.
"Εντάξει...κάτι είναι και αυτό." μουρμούρισε.
Αν ήθελε απαντήσεις έπρεπε τον βρει. Ίσως ήξερε περισσότερα. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που βρίσκεται εδώ.
Τον σκέφτηκε έντονα με την ελπίδα ο κόσμος να κάμψει στην επιθυμία της και να την οδηγήσει σε αυτόν.
Και δεν την ένοιαζε καθόλου.
Δεν άκουσε την πόρτα που έκλεισε πίσω της. Ούτε πρόσεξε ότι στο κομοδίνο της υπήρχαν περισσότερα βιβλία απο ότι είχε αφήσει την προηγούμενη φορά που ήταν στο Ελάριον –το ονειρικό πλάνο που είχε δημιουργήσει για τους δύο τους. Ούτε ότι στο τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα περίτεχνο σκαλιστό κουτί.
Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν αυτός, να στέκεται ημίγυμνος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
Ο φάρος της στο σκοτάδι του κόσμου.
Το καταφύγιο της.
Το σπίτι της.
Πήρε τον χρόνο της να παρατηρήσει κάθε του λεπτομέρεια ,όπως τα μαλλιά του που ειχαν μακρύνει λιγο απο την τελευταία φορα που τον είδε ή το κόψιμο στο χέρι του που δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι το προκάλεσε, όμως δεν φαινόταν κάτι ανησυχητικό.
Σαν μαγεμένη πλησίασε προς το μέρος του.
Το ίδιο έκανε και εκείνος.
Και όσο έκλεινε η απόσταση ανάμεσα τους, τόσο ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει όλο και πιο δυνατά, λες και ήθελε να πεταχτεί έξω από το στήθος της.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο τύλιξε τα χέρια της γύρω του και ακούμπησε το πρόσωπό της στον ώμο του. Ήταν ελάχιστα ψηλότερος από αυτή. Δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει για να τον φτάσει. Τα κορμιά τους ταίριαζαν τέλεια, τόσο φυσικά μεταξύ τους, σαν δυο κομμάτια παζλ.
Τον φιλησε λαίμαργα, σαν να ηταν το οξυγόνο της, σαν τοσο καιρο μακριά του να ασφυκτιουσε.
Ξαπλωσε πανω της και με την ακρη της μυτης του χαιδεψε το μαγουλο της. Ενωσε τα χειλη του με τα δικα της και με καθε δευτερόλεπτο ολα γίνονταν πιο εντονα, το φιλι τους, το άγγιγμα τους, η ανάγκη του ενός για τον άλλο.
Τα σώματά τους μπλεγμένα, το δέρμα του ζεστό πάνω στο δικό της. Κάθε άγγιγμά του, κάθε φιλί, την έκανε να νιώθει ότι διαλύεται.
Η ανάσα της κόπηκε όταν εκείνος γλίστρησε τα χέρια του κατά μήκος του κορμιού της και ακούμπησε το στήθος της.
Κάτι έσπασε. Κόκαλα.
Ζεστό αίμα– το αίμα της– ποτίζει τα σεντόνια.
Τα γκριζοπράσινα ματιά του την κοιτούσαν με λαχτάρα. Στα χέρια του, η καρδιά της που χτυπούσε ακόμα.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Πως μπόρεσε να την βλάψει έτσι;
Πως...πως ήταν ακόμα ζωντανή;
"Το βλέπεις τώρα έρωτα μου;" της είπε γλυκά.
"Μου έδωσες την καρδιά σου..." σηκώθηκε απο πανω της με προσοχή.
"..Πολυ επιπόλαιο απο μέρους σου, αλλά θα κάνω οτι καλύτερο μπορώ για να την κρατήσω ασφαλή." Πλησίασε στο τραπεζάκι, εκεί οπου βρισκόταν το σκαλιστό κουτί. Το άνοιξε και έβαλε μεσα την καρδιά της με φροντίδα, σαν να ήταν κάτι πολύτιμο.
Η Πανδώρα μπερδεμένη ανακαθισε στο κρεβάτι, κοιτώντας μια αυτόν, μια το στήθος της. Η τρύπα που άνοιξε ο Ρίγκελ εξαφανίστηκε.
Έβαλε το χέρι της στο στήθος της, η καρδία της χτυπούσε ακόμα στη θέση της.
Τι ακριβώς της πήρε ο Ρίγκελ;
Η συνειδητοποιηση άρχισε να αναδύεται από το σκοτάδι.
Αυτό δεν είναι αληθινό.
Ονειρεύεται...
Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο, όμως κάτι δεν ήταν σωστό. Οι δυνάμεις της έμοιαζαν να μην λειτουργούν.
Σηκώθηκε απο το κρεβάτι παραπατώντας. Ο Ρίγκελ την πλησίασε ανήσυχος και την έπιασε λίγο πριν σωριαστεί στο πάτωμα.
Τα πάντα γύρω της έμοιαζαν αληθινά — η αφή, η ζεστασιά του κορμιού του, το άρωμά του — κι όμως...
"Μείνε εδώ, έρωτά μου. Εδώ είμαστε ασφαλείς. Εδώ όλα είναι όπως πρέπει" της είπε ψιθυριστά ενω την κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά του.
Αφέθηκε στο χάδι του και έκλεισε τα μάτια.
Όντως...όπως πρέπει....
Η καρδία μέσα στο κουτί άρχισε να χτυπάει δυνατά, σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί.
Η Πανδώρα άνοιξε απότομα τα μάτια, σαν να έβλεπε για πρώτη φορά μετά απο πολύ καιρό.
Τα αστέρια έξω απο το παράθυρο τρεμόπαιζαν σαν χαλασμένα φώτα.
Το δωμάτιο της πλέον έμοιαζε τοσο ξένο.
Στράφηκε προς τον Ρίγκελ.
"Μείνε. Μαζί μου. Δεν χρειάζεται να θυμάσαι τίποτα" της είπε φιλωντας το εσωτερικό του καρπού της, όπως έκανε συνήθως...ο πραγματικός Ρίγκελ.
Όχι το αντίγραφο που είχε μπροστά της.
Κατέβασε το χέρι της αργά. Ο άντρας μπροστά της έμοιαζε πληγωμένος με την απόφασή της. Μια υπέροχα στημένη παγίδα. Γλυκιά, βολική. Θανάσιμη.
Όχι. Έπρεπε να μείνει συγκεντρωμενη. Όλα αυτά ήταν δημιουργημενα.
Ένιωθε το πλέξιμο του κόσμου ισχυρό, να την τραβάει πίσω. Πίσω στην αγκαλιά του, στη πλάνη που την κρατούσε εκεί. Πόσο καιρό ήταν εκεί;
ΞΥΠΝΑ! Είπε στον εαυτό της.
Αν οι δυνάμεις της δεν δούλευαν όπως πρέπει, η μόνη της λύση είναι να ξεκινήσει με τα βασικά, όπως όταν είχε ξεκινήσει να εξερευνά την ονειροβασία.
Χρειάζεται μια 'άγκυρα', κάτι να την κρατάει διαυγή. Συνήθως αυτόν τον ρόλο τον έχει ο Βιρίντιαν, ο οποίος.....
Δεν ήταν πουθενά.
Δεν έπρεπε να πανικοβληθεί...
Μια άγκυρα...
Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Μια άγκυρα, να την δένει με τον αληθινό εαυτό της στον πραγματικό κόσμο.
Πριν αυτός την καταπιεί χωρίς γυρισμό.
Το δαχτυλίδι της.
Ναι! Σίγουρα αυτό θα κάνει. Είχε το απαραίτητο δέσιμο που χρειαζόταν για να είναι η άγκυρα της ισχυρή.
Έτριψε το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι με την φεγγαρόπετρα– αυτό που της είχανε δώσει πριν φύγει από τη Ζιραέλ.
"Αυτή είναι η άγκυρα σου, αυτή που σε κρατάει γειωμένη και διαυγή. " είπε στον εαυτό της και άνοιξε τα μάτια.
Δεν βρισκόταν πια στην Ελάριον, όμως αυτό δεν την ξάφνιασε. Πλέον περπατούσε συνειδητά μέσα σε αυτό το ονείρεμα. Είχε τα μάτια της ανοιχτά για μοτίβα που επαναλαμβάνονται, παραφωνίες, πράγματα που μοιάζουν φυσιολογικά στα μάτια των μαγεμένων, αλλά δεν είναι.
Όπως εκείνον τον καταρράκτη στο δάσος… που έτρεχε ανάποδα.
Η βαρύτητα του κόσμου ήταν ισχυρή, την ένιωθε. Και όσο προσπαθούσε να την καταπιεί, τόσο έσφιγγε το δαχτυλίδι της. Σαν υπενθύμιση.
Όμως δεν είχε έρθει εδώ μόνη.
Όσο προχωρούσε προσπαθούσε να ενώσει τα κομμάτια που θυμόταν μέχρι πριν χάσει τις αισθήσεις της και βρεθεί εδω. Θυμόταν ξεκάθαρα κάποιον άλλον εκεί. Κάποιον στον οποίο επιτέθηκε ο Βιρίντιαν. Κάποιον που πολύ πιθανό είναι πιο ευάλωτος από την ίδια σε αυτό το πεδίο.
Ποιος ήταν αυτός;
Γιατί του επιτέθηκε ο Βιρίντιαν;
Που βρίσκονταν;
Γιατί;
Τα ερωτήματα πλήθαιναν με κάθε της βήμα πιο βαθιά στο δάσος.
Σταμάτησε. Ήθελε να δοκιμάσει την δύναμη της στον κόσμο. Έκοψε ένα κίτρινο λουλούδι και το έφερε μπροστά στο πρόσωπο της. Φαντάστηκε ότι τα πέταλα μεταμορφωνονται σε μια γαλάζια πεταλούδα.
Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει το λουλούδι γαλάζιο.
"Εντάξει...κάτι είναι και αυτό." μουρμούρισε.
Αν ήθελε απαντήσεις έπρεπε τον βρει. Ίσως ήξερε περισσότερα. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που βρίσκεται εδώ.
Τον σκέφτηκε έντονα με την ελπίδα ο κόσμος να κάμψει στην επιθυμία της και να την οδηγήσει σε αυτόν.
Re: Φιδόμορφη Άτη
Έπεσε σε περιδίνηση ξανά και ξύπνησε σε μία σπηλιά. Τρεις σκοτεινές φιγούρες κάθονται γύρω από μία φωτιά. Η μία από τις τρεις του έτεινε το χέρι και τον καλοσώρισε στη φωτιά. "Καλως ήρθες ξένε, κάθισε στη φωτιά μας, στα αριστερά σου κάθεται ο Όμηρος, ποιητής και αφηγητής της ανθρώπινης μοίρας στα δεξιά σου είναι ο Τειρεσίας, μάντης, ερμηνευτής των αοράτων δυνάμεων, εγώ είμαι ο Διδυμός γραμματικός, σχολιαστής του λόγου και της σιωπής. Μαζί καθόμαστε εδώ και συζητάμε τα πεπραγμένα και τα μελλούμενα."
Όμηρος, Στο σκοτάδι αυτό, νιώθω πως δεν είμαι μόνος. Η σπηλιά μου μιλάει. Μα τι λέει, Τειρεσία;
Τειρεσίας, Λέει πως κάθε σπηλιά είναι μήτρα του κόσμου. Και εμείς — οι τυφλοί — βλέπουμε τα όνειρα πριν γεννηθούν.
Διδυμός, Όνειρα, μύθοι, και μνήμες. Μαγεία είναι αυτό που απομένει όταν η λογική παύει. Σ’ αυτήν ζούμε.
Όμηρος, Η Οδύσσεια δεν ήταν ταξίδι. Ήταν ανάγκη. Η ανάγκη να χαθείς για να γνωρίσεις τον εαυτό σου.
Τειρεσίας, Ο εαυτός δεν είναι πρόσωπο. Είναι σκιές, επιθυμίες και ήχοι που δεν ακούμε. Η μαγεία είναι η τέχνη του να ακούμε.
Διδυμός, Αν η σοφία ήταν μορφή, θα ’ταν σαν άγαλμα, πρόσωπο άδειο, χωρίς μάτια, χωρίς στόμα. Γιατί οι πιο μεγάλες αλήθειες δεν λέγονται. Μόνο σιωπούνται.
Όμηρος, Μα η σιωπή είναι επικίνδυνη. Μπορεί να γίνει φόβος. Εσύ, Τειρεσία, που γνώρισες τους θεούς, είναι η σιωπή θείο στοιχείο ή παγίδα;
Τειρεσίας, Η σιωπή είναι η απάντηση πριν την ερώτηση. Όποιος την αγκαλιάζει, περνά στην άλλη πλευρά.
Διδυμός, Περάσαμε; Ή μήπως μένουμε εδώ αιώνια, παγιδευμένοι στο μεταξύ — μεταξύ μνήμης και προσδοκίας;
Όμηρος, Δεν μας νοιάζει να θυμόμαστε. Μας καίει να γίνουμε η ίδια η μνήμη. Να υπάρχουμε σαν σύμβολο.
Τειρεσίας, Και η μαγεία… είναι η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε ιδέα. Όταν δεν έχει σώμα πια, αλλά νόημα.
Διδυμός, Νόημα χωρίς μορφή. Ίσως εκεί να βρίσκεται η αλήθεια που αναζητούμε όλοι.
Όμηρος, Μήπως το σκοτάδι είναι ο χώρος στον οποίο γεννιούνται οι θεοί; Εμείς δεν τους βλέπουμε, αλλά τους αφουγκραζόμαστε.
Τειρεσίας, Και οι θεοί δεν μας απαντούν. Μας χρησιμοποιούν ως καθρέφτες των σφαλμάτων τους.
Διδυμός, Κι εμείς… ως τυφλοί, βλέπουμε αυτά που οι βλέποντες χάνουν — το νόημα πίσω από την εικόνα.
Όμηρος, Εδώ είναι η ποίηση. Όχι σε λέξεις, αλλά σε φλόγες που κανείς δεν περιέγραψε.
Τειρεσίας Η μαγεία δεν είναι δύναμη. Είναι ευθύνη. Να πλάθεις κόσμους, και να τους χάνεις μόλις γεννηθούν.
Διδυμός, Και η σοφία… είναι η αποδοχή ότι ποτέ δεν θα μάθεις τα πάντα. Αλλά θα συνεχίσεις να ψάχνεις.
Όμηρος: Ας γράψουμε λοιπόν τη σιωπή μας σε μύθο. Ας γίνουμε λέξη σε στόμα που δεν μας γνώρισε ποτέ.
Τειρεσίας: Ας κρυφτούμε πίσω απ’ τον χρόνο. Εκεί ζουν οι αληθινές μορφές.
Διδυμός: Κι αν δεν υπάρξουμε ποτέ; Ας είναι η σπηλιά αυτή η μνήμη μας. Ο βωμός της αναζήτησης.
"Όμηρος: Τειρεσία, εσύ που είδες με τα μάτια της ψυχής όσα οι βασιλιάδες φοβούνται να παραδεχτούν… Πες μου, η μοίρα είναι γραμμένη ή μήπως μπορεί ο άνθρωπος να την αλλάξει με βούληση;
Τειρεσίας: Η μοίρα είναι σαν την σκιά της ψυχής· δεν σε εγκαταλείπει, μα ούτε μπορείς να την πιάσεις. Όποιος παλεύει να την αλλάξει, χάνει τον εαυτό του. Μα ίσως, με τη μαγεία της γνώσης, να την ερμηνεύσει αλλιώς.
Διδυμός: Αχ, αλλά η γνώση δεν είναι πάντα φως. Έχω διαβάσει έργα που γεννούν σκοτάδι. Η μαγεία, λέτε, είναι εργαλείο της σοφίας, ή ψευδαίσθηση των αδύναμων;
Όμηρος: Η μαγεία είναι η ποίηση της πραγματικότητας. Όταν τα λόγια δεν αρκούν, εκεί ξεκινά η γοητεία της. Οι σειρήνες, οι Κίρκες… μαγεία ή απλώς μεταφορά της επιθυμίας μας;
Τειρεσίας: Είναι η φωνή του αγνώστου. Σοφία χωρίς μυστήριο είναι μηχανή δίχως ψυχή. Κι εμείς, τυφλοί, βλέπουμε τα μυστήρια χωρίς την παρεμβολή του κόσμου.
Διδυμός: Και μήπως η τύφλωσή μας είναι ευλογία; Μήπως βλέπουμε καθαρότερα επειδή δεν δεχόμαστε το φως των ψευδαισθήσεων;
Όμηρος: Ίσως η αληθινή όραση να μην είναι στα μάτια… αλλά στο νου που παρατηρεί, στη μνήμη που νοσταλγεί, και στην καρδιά που αμφιβάλλει.
Τειρεσίας: Η μαγεία δεν βρίσκεται στα ξόρκια, αλλά στην πρόβλεψη του απρόβλεπτου. Όπως όταν κοιτάς το κενό και σου απαντά με μυστικά που δεν ήξερες πως ψάχνεις.
Διδυμός: Ίσως αυτό το κενό να είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση — γεμάτη ελλείψεις, γεμάτη πόθο για πληρότητα. Η σοφία είναι το κενό που γεμίζουμε με ερμηνείες, όχι με βεβαιότητες.
Όμηρος: Όταν περιέγραφα την οργή του Αχιλλέα ή τη θλίψη του Οδυσσέα, δεν ήξερα αν έγραφα ιστορία ή ψυχή. Η αφήγηση είναι η πιο παλιά μαγεία. Και ο μύθος… το αρχαιότερο ξόρκι.
Τειρεσίας: Και κάθε μύθος, μια παραμόρφωση της αλήθειας. Ή μήπως αποκάλυψη της βαθύτερης αλήθειας μέσα από την παραμόρφωση;
Διδυμός: Αναρωτιέμαι, αδέρφια μου, αν ο κόσμος θα μας θυμάται ως τυφλούς ή ως φωτισμένους. Μήπως η αλήθεια βρίσκεται ανάμεσα στα δύο;
Όμηρος: Η αλήθεια είναι σαν τη μουσική του ανέμου… δεν τη βλέπεις, αλλά τη νιώθεις. Και ίσως οι τυφλοί είναι οι πρώτοι που την ακούν.
Όμηρος (αγγίζοντας τον αέρα) Το φως δεν το βλέπω πια, μα το φαντάζομαι σαν μια παλιά μνήμη. Τειρεσία… η μοίρα μας είναι γραμμένη ή ακόμα γράφεται;
Τειρεσίας (με φωνή βραχνή και σοβαρή) Είναι γραμμένη όπως τα ρυάκια σκάβουν το βράχο. Δεν μπορείς να την αγνοήσεις, μα μπορείς να διαλέξεις πώς να την διασχίσεις.
Διδυμός (ανασηκώνεται ελαφρά) Η γνώση είναι το πλοίο μας, αλλά δεν είναι πάντα οδηγός. Οι λέξεις μου προσπαθούν να ερμηνεύσουν το άγνωστο, μα το άγνωστο τις καταπίνει.
Όμηρος (κλείνοντας τα μάτια) Η ποίηση είναι η πρώτη μορφή μαγείας. Όταν τραγουδούσα για τον Οδυσσέα, είδα μαγεία στις πράξεις του και θρήνο στη καρδιά του.
Τειρεσίας (με βαθύ αναστεναγμό) Η μαγεία υπάρχει… όχι στα ξόρκια, αλλά στις σιωπές. Εκεί που οι θεοί μιλούν χωρίς λόγια.
Διδυμός (προσηλωμένος στη φλόγα) Τότε η τύφλωσή μας είναι ευλογία. Γιατί βλέπουμε εκεί που οι άλλοι κοιτούν, μα δεν βλέπουν.
Όμηρος (μυστηριακά) Η αλήθεια είναι ήχος… όχι εικόνα. Είναι η μελωδία του ανέμου ανάμεσα στις λέξεις.
Τειρεσίας (σταθερά) Κι όποιος την ακούσει, αλλά δεν την καταλάβει, γίνεται μέρος της τραγωδίας.
Διδυμός (με τρέμουσα φωνή) Ίσως ο λόγος μας δεν είναι για τους θνητούς… Ίσως μιλάμε για να θυμούνται οι θεοί πως οι άνθρωποι μπορούν να ελπίζουν.
Όμηρος (τελευταίος, ψιθυριστά) Κι αν μας λησμονήσουν… ας μείνει η σπηλιά ως μαρτυρία, πως μέσα στο σκοτάδι, τρεις τυφλοί είδαν το φως αλλιώς....
Οι φωνές του ξεμάκραιναν καθώς το ξωτικό κατάλαβε ότι είχε μείνει πολλή ώρα εκεί και ξεκίνησε να απομακρύνεται, οι τρεις Βλέποντες στο Σκοτάδι συνέχισαν και θα συνέχιζαν εσσαεί το θεατρικό τους μονόπρακτο να συζητούν για τον κόσμο, μία ακατάπαυστη μυσταγωγία του πνέυματος, μα συνάμα επικίνδυνη όταν παραμένεις σαστισμένη ψυχή ανάμεσά τους δίχως δικαίμω διαλόγου μήτε αντίρρησης.
Γεμάτος σκέψεις προχώρησε να βγει από τη σπηλιά, όταν παρατήρησε σπασμένες αλυσίδες καθώς ένα φως ξεκίνησε να αχνοφαίνεται, σύντομα θα έβγαινε από το στόμιο τυφλωμένος από ατόφιο φως και ερχόταν αντιμέτωπος με την καθαρότητα της πνευματικής του υπόστασης.
Έχε το νου σου στην πληγή μία βραχνή αντίχηση γέμισε το μυαλό του, καθώς έκανε να ακουμπήσει τα σημάδια από τα δόντια του φιδιού, ο κόσμος τριγύρω του άρχισε να περιστρέφεται, καθώς τον κατάπινε η σπείρα, μόνο η σκέψη εκείνης της γυναίκας έμεινε απαράλλαχτη στο μυαλό του.
Πως θα σε βρω / Που θα σε βρω καθώς οι σκέψεις και οι κραυγές ενώνονταν βρέθηκε σε έναν φολιδωτό δρόμο να χάνεται σε ένα πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα. Μην έχοντας αλλη επιλογή αποφάσισε να κινηθεί προς τη μοναδική κατεύθυνση που μπορούσε. Μπροστά!
Όμηρος, Στο σκοτάδι αυτό, νιώθω πως δεν είμαι μόνος. Η σπηλιά μου μιλάει. Μα τι λέει, Τειρεσία;
Τειρεσίας, Λέει πως κάθε σπηλιά είναι μήτρα του κόσμου. Και εμείς — οι τυφλοί — βλέπουμε τα όνειρα πριν γεννηθούν.
Διδυμός, Όνειρα, μύθοι, και μνήμες. Μαγεία είναι αυτό που απομένει όταν η λογική παύει. Σ’ αυτήν ζούμε.
Όμηρος, Η Οδύσσεια δεν ήταν ταξίδι. Ήταν ανάγκη. Η ανάγκη να χαθείς για να γνωρίσεις τον εαυτό σου.
Τειρεσίας, Ο εαυτός δεν είναι πρόσωπο. Είναι σκιές, επιθυμίες και ήχοι που δεν ακούμε. Η μαγεία είναι η τέχνη του να ακούμε.
Διδυμός, Αν η σοφία ήταν μορφή, θα ’ταν σαν άγαλμα, πρόσωπο άδειο, χωρίς μάτια, χωρίς στόμα. Γιατί οι πιο μεγάλες αλήθειες δεν λέγονται. Μόνο σιωπούνται.
Όμηρος, Μα η σιωπή είναι επικίνδυνη. Μπορεί να γίνει φόβος. Εσύ, Τειρεσία, που γνώρισες τους θεούς, είναι η σιωπή θείο στοιχείο ή παγίδα;
Τειρεσίας, Η σιωπή είναι η απάντηση πριν την ερώτηση. Όποιος την αγκαλιάζει, περνά στην άλλη πλευρά.
Διδυμός, Περάσαμε; Ή μήπως μένουμε εδώ αιώνια, παγιδευμένοι στο μεταξύ — μεταξύ μνήμης και προσδοκίας;
Όμηρος, Δεν μας νοιάζει να θυμόμαστε. Μας καίει να γίνουμε η ίδια η μνήμη. Να υπάρχουμε σαν σύμβολο.
Τειρεσίας, Και η μαγεία… είναι η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε ιδέα. Όταν δεν έχει σώμα πια, αλλά νόημα.
Διδυμός, Νόημα χωρίς μορφή. Ίσως εκεί να βρίσκεται η αλήθεια που αναζητούμε όλοι.
Όμηρος, Μήπως το σκοτάδι είναι ο χώρος στον οποίο γεννιούνται οι θεοί; Εμείς δεν τους βλέπουμε, αλλά τους αφουγκραζόμαστε.
Τειρεσίας, Και οι θεοί δεν μας απαντούν. Μας χρησιμοποιούν ως καθρέφτες των σφαλμάτων τους.
Διδυμός, Κι εμείς… ως τυφλοί, βλέπουμε αυτά που οι βλέποντες χάνουν — το νόημα πίσω από την εικόνα.
Όμηρος, Εδώ είναι η ποίηση. Όχι σε λέξεις, αλλά σε φλόγες που κανείς δεν περιέγραψε.
Τειρεσίας Η μαγεία δεν είναι δύναμη. Είναι ευθύνη. Να πλάθεις κόσμους, και να τους χάνεις μόλις γεννηθούν.
Διδυμός, Και η σοφία… είναι η αποδοχή ότι ποτέ δεν θα μάθεις τα πάντα. Αλλά θα συνεχίσεις να ψάχνεις.
Όμηρος: Ας γράψουμε λοιπόν τη σιωπή μας σε μύθο. Ας γίνουμε λέξη σε στόμα που δεν μας γνώρισε ποτέ.
Τειρεσίας: Ας κρυφτούμε πίσω απ’ τον χρόνο. Εκεί ζουν οι αληθινές μορφές.
Διδυμός: Κι αν δεν υπάρξουμε ποτέ; Ας είναι η σπηλιά αυτή η μνήμη μας. Ο βωμός της αναζήτησης.
"Όμηρος: Τειρεσία, εσύ που είδες με τα μάτια της ψυχής όσα οι βασιλιάδες φοβούνται να παραδεχτούν… Πες μου, η μοίρα είναι γραμμένη ή μήπως μπορεί ο άνθρωπος να την αλλάξει με βούληση;
Τειρεσίας: Η μοίρα είναι σαν την σκιά της ψυχής· δεν σε εγκαταλείπει, μα ούτε μπορείς να την πιάσεις. Όποιος παλεύει να την αλλάξει, χάνει τον εαυτό του. Μα ίσως, με τη μαγεία της γνώσης, να την ερμηνεύσει αλλιώς.
Διδυμός: Αχ, αλλά η γνώση δεν είναι πάντα φως. Έχω διαβάσει έργα που γεννούν σκοτάδι. Η μαγεία, λέτε, είναι εργαλείο της σοφίας, ή ψευδαίσθηση των αδύναμων;
Όμηρος: Η μαγεία είναι η ποίηση της πραγματικότητας. Όταν τα λόγια δεν αρκούν, εκεί ξεκινά η γοητεία της. Οι σειρήνες, οι Κίρκες… μαγεία ή απλώς μεταφορά της επιθυμίας μας;
Τειρεσίας: Είναι η φωνή του αγνώστου. Σοφία χωρίς μυστήριο είναι μηχανή δίχως ψυχή. Κι εμείς, τυφλοί, βλέπουμε τα μυστήρια χωρίς την παρεμβολή του κόσμου.
Διδυμός: Και μήπως η τύφλωσή μας είναι ευλογία; Μήπως βλέπουμε καθαρότερα επειδή δεν δεχόμαστε το φως των ψευδαισθήσεων;
Όμηρος: Ίσως η αληθινή όραση να μην είναι στα μάτια… αλλά στο νου που παρατηρεί, στη μνήμη που νοσταλγεί, και στην καρδιά που αμφιβάλλει.
Τειρεσίας: Η μαγεία δεν βρίσκεται στα ξόρκια, αλλά στην πρόβλεψη του απρόβλεπτου. Όπως όταν κοιτάς το κενό και σου απαντά με μυστικά που δεν ήξερες πως ψάχνεις.
Διδυμός: Ίσως αυτό το κενό να είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση — γεμάτη ελλείψεις, γεμάτη πόθο για πληρότητα. Η σοφία είναι το κενό που γεμίζουμε με ερμηνείες, όχι με βεβαιότητες.
Όμηρος: Όταν περιέγραφα την οργή του Αχιλλέα ή τη θλίψη του Οδυσσέα, δεν ήξερα αν έγραφα ιστορία ή ψυχή. Η αφήγηση είναι η πιο παλιά μαγεία. Και ο μύθος… το αρχαιότερο ξόρκι.
Τειρεσίας: Και κάθε μύθος, μια παραμόρφωση της αλήθειας. Ή μήπως αποκάλυψη της βαθύτερης αλήθειας μέσα από την παραμόρφωση;
Διδυμός: Αναρωτιέμαι, αδέρφια μου, αν ο κόσμος θα μας θυμάται ως τυφλούς ή ως φωτισμένους. Μήπως η αλήθεια βρίσκεται ανάμεσα στα δύο;
Όμηρος: Η αλήθεια είναι σαν τη μουσική του ανέμου… δεν τη βλέπεις, αλλά τη νιώθεις. Και ίσως οι τυφλοί είναι οι πρώτοι που την ακούν.
Όμηρος (αγγίζοντας τον αέρα) Το φως δεν το βλέπω πια, μα το φαντάζομαι σαν μια παλιά μνήμη. Τειρεσία… η μοίρα μας είναι γραμμένη ή ακόμα γράφεται;
Τειρεσίας (με φωνή βραχνή και σοβαρή) Είναι γραμμένη όπως τα ρυάκια σκάβουν το βράχο. Δεν μπορείς να την αγνοήσεις, μα μπορείς να διαλέξεις πώς να την διασχίσεις.
Διδυμός (ανασηκώνεται ελαφρά) Η γνώση είναι το πλοίο μας, αλλά δεν είναι πάντα οδηγός. Οι λέξεις μου προσπαθούν να ερμηνεύσουν το άγνωστο, μα το άγνωστο τις καταπίνει.
Όμηρος (κλείνοντας τα μάτια) Η ποίηση είναι η πρώτη μορφή μαγείας. Όταν τραγουδούσα για τον Οδυσσέα, είδα μαγεία στις πράξεις του και θρήνο στη καρδιά του.
Τειρεσίας (με βαθύ αναστεναγμό) Η μαγεία υπάρχει… όχι στα ξόρκια, αλλά στις σιωπές. Εκεί που οι θεοί μιλούν χωρίς λόγια.
Διδυμός (προσηλωμένος στη φλόγα) Τότε η τύφλωσή μας είναι ευλογία. Γιατί βλέπουμε εκεί που οι άλλοι κοιτούν, μα δεν βλέπουν.
Όμηρος (μυστηριακά) Η αλήθεια είναι ήχος… όχι εικόνα. Είναι η μελωδία του ανέμου ανάμεσα στις λέξεις.
Τειρεσίας (σταθερά) Κι όποιος την ακούσει, αλλά δεν την καταλάβει, γίνεται μέρος της τραγωδίας.
Διδυμός (με τρέμουσα φωνή) Ίσως ο λόγος μας δεν είναι για τους θνητούς… Ίσως μιλάμε για να θυμούνται οι θεοί πως οι άνθρωποι μπορούν να ελπίζουν.
Όμηρος (τελευταίος, ψιθυριστά) Κι αν μας λησμονήσουν… ας μείνει η σπηλιά ως μαρτυρία, πως μέσα στο σκοτάδι, τρεις τυφλοί είδαν το φως αλλιώς....
Οι φωνές του ξεμάκραιναν καθώς το ξωτικό κατάλαβε ότι είχε μείνει πολλή ώρα εκεί και ξεκίνησε να απομακρύνεται, οι τρεις Βλέποντες στο Σκοτάδι συνέχισαν και θα συνέχιζαν εσσαεί το θεατρικό τους μονόπρακτο να συζητούν για τον κόσμο, μία ακατάπαυστη μυσταγωγία του πνέυματος, μα συνάμα επικίνδυνη όταν παραμένεις σαστισμένη ψυχή ανάμεσά τους δίχως δικαίμω διαλόγου μήτε αντίρρησης.
Γεμάτος σκέψεις προχώρησε να βγει από τη σπηλιά, όταν παρατήρησε σπασμένες αλυσίδες καθώς ένα φως ξεκίνησε να αχνοφαίνεται, σύντομα θα έβγαινε από το στόμιο τυφλωμένος από ατόφιο φως και ερχόταν αντιμέτωπος με την καθαρότητα της πνευματικής του υπόστασης.
Έχε το νου σου στην πληγή μία βραχνή αντίχηση γέμισε το μυαλό του, καθώς έκανε να ακουμπήσει τα σημάδια από τα δόντια του φιδιού, ο κόσμος τριγύρω του άρχισε να περιστρέφεται, καθώς τον κατάπινε η σπείρα, μόνο η σκέψη εκείνης της γυναίκας έμεινε απαράλλαχτη στο μυαλό του.
Πως θα σε βρω / Που θα σε βρω καθώς οι σκέψεις και οι κραυγές ενώνονταν βρέθηκε σε έναν φολιδωτό δρόμο να χάνεται σε ένα πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα. Μην έχοντας αλλη επιλογή αποφάσισε να κινηθεί προς τη μοναδική κατεύθυνση που μπορούσε. Μπροστά!
...I look into your future and i see death...

Re: Φιδόμορφη Άτη
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Η αγορά της Φλοσάρ είχε σωπασει και οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. Κανείς δεν έδωσε σημασία στα δύο σώματα που κειτονταν στο σοκάκι. Κανείς δεν θα τολμούσε να βοηθήσει δυο αγνώστους, ρισκαροντας να μπλέξει με τα λάθος άτομα.
Ο άντρας σταμάτησε απότομα, λίγο πριν σκονταψει πάνω τους. Κοίταξε γύρω του για να σιγουρευτεί οτι ήταν μόνος και πλησίασε επιφυλακτικά.
Γονάτισε δίπλα της, έκπληκτος συνειδητοποίησε πως αναγνωρίζει το πρόσωπο της γυναίκας.
Δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν ασφαλές να την ακουμπήσει. Τα χέρια του, τρεμάμενα, έλεγξαν τον σφυγμό στον λαιμό της. Ζωντανή. Αχνή αλλά σταθερή αναπνοή. Γύρισε προς τον άντρα δίπλα της, κι εκείνος ανέπνεε, βυθισμένος σε μια άγνωστη κατάσταση.
"Τι σας συνέβη;" ψιθύρισε, περισσότερο στον εαυτό του, ενώ έψαχνε για στοιχεία γύρω τους. Το βλέμμα του ανήσυχο, κοίταξε ξανά τον σκοτεινό, άδειο δρόμο.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς έσκυψε πιο κοντά. Δεν υπήρχαν εμφανή τραύματα, ούτε αίμα. Έμοιαζαν απλά να...κοιμούνται.
Αυτό ήταν ειδικότητα της –το ήξερε, όμως δεν εξηγούσε γιατί ήταν και η ίδια σε αυτή την κατάσταση.
Με έναν αναστεναγμό που έμοιαζε περισσότερο σαν να καταριεται την τύχη του, πέρασε τα χέρια του κάτω από την κοπέλα και σήκωσε προσεκτικά το σώμα της. Ύστερα γύρισε στον άντρα. Βαρύτερος, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή.
"Δεν ξέρω σε τι μπλέχτηκα πάλι εξ αιτίας σου… "ψιθύρισε στην Πανδώρα και ας ήξερε πως δεν τον ακούει.
Ένα βήμα πίσω, ύστερα κι άλλο. Τα μάτια του καρφωμένα στο τέλος του σοκακιού. Έπρεπε να κινηθεί γρήγορα, πριν ξυπνήσει κάποιος ή πριν κάτι άλλο τους βρει.
Λίγη ώρα αργότερα και αρκετό κόπο, η πόρτα που έψαχνε εμφανίστηκε μπροστά του, μισοκρυμμένη ανάμεσα σε τείχη, ανάμνηση μιας παλαιότερης εποχής.
Χτύπησε τρεις φορές, με δύο παύσεις ενδιάμεσα. Η απάντηση ήρθε με έναν ξερό ήχο μηχανισμού και η πόρτα άνοιξε διάπλατα.
Το εσωτερικό μύριζε βότανα και κερί. Ηταν μια παλιά αποθήκη, μεταμορφωμένη σε καταφύγιο που τη χρησιμοποιούσε η αντίσταση για δικούς της σκοπούς. Σκόνη, κουβέρτες ριγμένες πρόχειρα σε ένα κρεβάτι, κι ένα τραπέζι γεμάτο σημειώσεις και μικρά γυάλινα μπουκαλάκια με κάθε λογής φίλτρα.
Τους άφησε προσεκτικά πάνω στις κουβέρτες και έφερε το φανάρι κοντά στα πρόσωπά τους. Σταθεροί σφυγμοί, η ίδια ακατανόητη ακινησία.
..............
Άλλοτε ένιωθε το σώμα της βαρύ, σαν να το τραβάει η γη. Αλλοτε νιώθει πως δεν έχει σώμα καθόλου. Και άλλοτε πως το σώμα της είναι μακριά, δεμένο με αόρατα νήματα στην τωρινή της κατάσταση. Οι σκέψεις στροβιλίζονται σε κενό. Έρχονται και φεύγουν χωρίς καμία συνοχή.
Ένιωθε πως κάτι ξεχνάει. Κάτι σημαντικό, επείγον, που έπρεπε να κάνει… όμως η ανάμνηση ξέφευγε κάθε φορά που πήγαινε να την φτάσει.
Το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια της άρχισε να μοιάζει με σπασμένους καθρέφτες. Στα θραύσματα βλέπει στιγμιότυπα. Πρόσωπα γνωστά και πρόσωπα άγνωστα. Μέρη που έζησε και μερη που ήθελε να επισκεφθεί.
Ανάμεσα τους ενα σύμβολο, ενα φίδι που σχηματίζει κύκλο. Στο κέντρο του ενα μάτι κλειστό, με τρεις σταγόνες απο κάτω.
Όσο το κοιτούσε τόσο δυσκολευοταν να συγκεντρωθεί. Ασυναίσθητα έκανε ενα βήμα μπροστά, και μετά ακόμα ενα. Μέχρι να καταλάβει οτι περπατούσε πάνω στους σπασμένους καθρέφτες, τα πόδια της είχαν αρχίσει να κόβονται, να διαλύονταν σε θραύσματα, να γίνονται ενα μαζί με τους καθρέφτες. Το ίδιο της το είναι σκόρπιζε σε χίλια κομμάτια που την οδηγούσαν πιο βαθιά.
Ένα κάψιμο στο δάχτυλό της την τίναξε απότομα. Τα θραύσματα που είχαν αρχίσει να την καταπίνουν πάγωσαν, σαν ο χρόνος να σταμάτησε ξαφνικά. Το δαχτυλίδι της έλαμπε έντονα, ένας λεπτός παλμός φωτός ξεπηδούσε από μέσα του, και καθώς αντανακλούσε στα πρισματα του καθρέφτη , γέμισε τον χώρο με χρώματα καταπινοντας τις σκιές.
Κράτησε το χέρι της σφιχτά κοντά στο στήθος της, σχεδόν απεγνωσμένα. Πόσο κοντά έφτασε στο να χαθεί; Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, μετρώντας τρεις ανάσες, και όταν τα άνοιξε, οι καθρέφτες είχαν δώσει τη θέση τους σε ένα σκοτεινό μονοπάτι που το στόλιζαν αχνά σύμβολα.
Τα μάτια της σηκώνονται προς το βάθος, μέσα στις σκιές. Με τρεμάμενα βήματα, αποφασίζει να το ακολουθήσει.
Ο άντρας σταμάτησε απότομα, λίγο πριν σκονταψει πάνω τους. Κοίταξε γύρω του για να σιγουρευτεί οτι ήταν μόνος και πλησίασε επιφυλακτικά.
Γονάτισε δίπλα της, έκπληκτος συνειδητοποίησε πως αναγνωρίζει το πρόσωπο της γυναίκας.
Δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν ασφαλές να την ακουμπήσει. Τα χέρια του, τρεμάμενα, έλεγξαν τον σφυγμό στον λαιμό της. Ζωντανή. Αχνή αλλά σταθερή αναπνοή. Γύρισε προς τον άντρα δίπλα της, κι εκείνος ανέπνεε, βυθισμένος σε μια άγνωστη κατάσταση.
"Τι σας συνέβη;" ψιθύρισε, περισσότερο στον εαυτό του, ενώ έψαχνε για στοιχεία γύρω τους. Το βλέμμα του ανήσυχο, κοίταξε ξανά τον σκοτεινό, άδειο δρόμο.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς έσκυψε πιο κοντά. Δεν υπήρχαν εμφανή τραύματα, ούτε αίμα. Έμοιαζαν απλά να...κοιμούνται.
Αυτό ήταν ειδικότητα της –το ήξερε, όμως δεν εξηγούσε γιατί ήταν και η ίδια σε αυτή την κατάσταση.
Με έναν αναστεναγμό που έμοιαζε περισσότερο σαν να καταριεται την τύχη του, πέρασε τα χέρια του κάτω από την κοπέλα και σήκωσε προσεκτικά το σώμα της. Ύστερα γύρισε στον άντρα. Βαρύτερος, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή.
"Δεν ξέρω σε τι μπλέχτηκα πάλι εξ αιτίας σου… "ψιθύρισε στην Πανδώρα και ας ήξερε πως δεν τον ακούει.
Ένα βήμα πίσω, ύστερα κι άλλο. Τα μάτια του καρφωμένα στο τέλος του σοκακιού. Έπρεπε να κινηθεί γρήγορα, πριν ξυπνήσει κάποιος ή πριν κάτι άλλο τους βρει.
Λίγη ώρα αργότερα και αρκετό κόπο, η πόρτα που έψαχνε εμφανίστηκε μπροστά του, μισοκρυμμένη ανάμεσα σε τείχη, ανάμνηση μιας παλαιότερης εποχής.
Χτύπησε τρεις φορές, με δύο παύσεις ενδιάμεσα. Η απάντηση ήρθε με έναν ξερό ήχο μηχανισμού και η πόρτα άνοιξε διάπλατα.
Το εσωτερικό μύριζε βότανα και κερί. Ηταν μια παλιά αποθήκη, μεταμορφωμένη σε καταφύγιο που τη χρησιμοποιούσε η αντίσταση για δικούς της σκοπούς. Σκόνη, κουβέρτες ριγμένες πρόχειρα σε ένα κρεβάτι, κι ένα τραπέζι γεμάτο σημειώσεις και μικρά γυάλινα μπουκαλάκια με κάθε λογής φίλτρα.
Τους άφησε προσεκτικά πάνω στις κουβέρτες και έφερε το φανάρι κοντά στα πρόσωπά τους. Σταθεροί σφυγμοί, η ίδια ακατανόητη ακινησία.
..............
Άλλοτε ένιωθε το σώμα της βαρύ, σαν να το τραβάει η γη. Αλλοτε νιώθει πως δεν έχει σώμα καθόλου. Και άλλοτε πως το σώμα της είναι μακριά, δεμένο με αόρατα νήματα στην τωρινή της κατάσταση. Οι σκέψεις στροβιλίζονται σε κενό. Έρχονται και φεύγουν χωρίς καμία συνοχή.
Ένιωθε πως κάτι ξεχνάει. Κάτι σημαντικό, επείγον, που έπρεπε να κάνει… όμως η ανάμνηση ξέφευγε κάθε φορά που πήγαινε να την φτάσει.
Το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια της άρχισε να μοιάζει με σπασμένους καθρέφτες. Στα θραύσματα βλέπει στιγμιότυπα. Πρόσωπα γνωστά και πρόσωπα άγνωστα. Μέρη που έζησε και μερη που ήθελε να επισκεφθεί.
Ανάμεσα τους ενα σύμβολο, ενα φίδι που σχηματίζει κύκλο. Στο κέντρο του ενα μάτι κλειστό, με τρεις σταγόνες απο κάτω.
Όσο το κοιτούσε τόσο δυσκολευοταν να συγκεντρωθεί. Ασυναίσθητα έκανε ενα βήμα μπροστά, και μετά ακόμα ενα. Μέχρι να καταλάβει οτι περπατούσε πάνω στους σπασμένους καθρέφτες, τα πόδια της είχαν αρχίσει να κόβονται, να διαλύονταν σε θραύσματα, να γίνονται ενα μαζί με τους καθρέφτες. Το ίδιο της το είναι σκόρπιζε σε χίλια κομμάτια που την οδηγούσαν πιο βαθιά.
Ένα κάψιμο στο δάχτυλό της την τίναξε απότομα. Τα θραύσματα που είχαν αρχίσει να την καταπίνουν πάγωσαν, σαν ο χρόνος να σταμάτησε ξαφνικά. Το δαχτυλίδι της έλαμπε έντονα, ένας λεπτός παλμός φωτός ξεπηδούσε από μέσα του, και καθώς αντανακλούσε στα πρισματα του καθρέφτη , γέμισε τον χώρο με χρώματα καταπινοντας τις σκιές.
Κράτησε το χέρι της σφιχτά κοντά στο στήθος της, σχεδόν απεγνωσμένα. Πόσο κοντά έφτασε στο να χαθεί; Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, μετρώντας τρεις ανάσες, και όταν τα άνοιξε, οι καθρέφτες είχαν δώσει τη θέση τους σε ένα σκοτεινό μονοπάτι που το στόλιζαν αχνά σύμβολα.
Τα μάτια της σηκώνονται προς το βάθος, μέσα στις σκιές. Με τρεμάμενα βήματα, αποφασίζει να το ακολουθήσει.
Re: Φιδόμορφη Άτη
O δρόμος που ακολουθούσε έμοιαζε όντως με φίδι ήταν στενός, ελικοειδής, με στροφές που δεν αποκάλυπταν ποτέ τι έρχεται μετά. Το έδαφος ήταν ζεστό, σαν να είχε απορροφήσει όλο το φως του πορτοκαλί ηλιοβασιλέματος που απλωνόταν στον ορίζοντα. Ο ουρανός δεν είχε σύννεφα. Μόνο φλόγες από φως που έμοιαζαν να καίνε αργά τον χρόνο. Καθώς περπατούσε, ο Γκλιριον ένιωθε το βάρος των βημάτων του να γίνεται σκέψη. Κάθε στροφή του δρόμου τον έφερνε πιο κοντά σε κάτι που δεν ήθελε να δει. Και τότε, σε μια στροφή που δεν είχε αρχή ούτε τέλος, στάθηκε μπροστά του… ο άλλος Γκλίριον.
Όπως και στο προηγούμενο όνειρο οι δύο τους κοντοστάθηκαν και κοιτάχτηκαν...
"Εσύ είσαι εγώ;" — "Όχι, είμαι ότι έχεις αφήσει πίσω για να συνεχίσεις μπροστά". Ο άλλος Γκλιριον φορούσε πανοπλία από σκιές. Το βλέμμα του ήταν καθαρό, αλλά άδειο. "Τι θα μπορούσα να γίνω; Ξέρεις να μου πεις;" —"Δεν χρειάζεται να σου πω, ούτε να ξέρεις. Απλά κοιταξέ με." Ο δρόμος γύρω τους άρχισε να συστρέφεται, σαν να ζωντάνεψε. Το πορτοκαλί φως έγινε κόκκινο, μετά μωβ, μετά μαύρο. Ο Γκλιριον ένιωσε τον φόβο να τον πλημμυρίζει — όχι γιατί ο άλλος ήταν απειλή, αλλά γιατί ήταν αλήθεια. "Αν κοιτάξω τι θα γίνει;" — "Θα πάψεις να τρέχεις. Θα πάψεις να ονειρεύεσαι. Θα αρχίσεις να θυμάσαι."
Ο Γκλίριον μάζεψε την ενέργειά του, έκανε το βήμα μπροστά και ο δρόμος ξετυλίχτηκε, το φως χάθηκε, και η μορφή του εαυτού του έγινε σκόνη. Στη θέση του βρισκόταν μία άλλη θολή μορφή, τον ακούμπησε στο μέτωπο και ξαναχάθηκε μέσα σε όνειρο.
Ο δρόμος και ο ουρανός έδωσαν τη θέση τους σε σκοτεινούς διαδρόμους σαν λαβύρινθος. Οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι από καθρέφτες, αλλά δεν αντανακλούσαν το είδωλό του. Αντί για τον εαυτό του, έβλεπε πρόσωπα που δεν γνώριζε — κάποια έκλαιγαν, κάποια τον κοιτούσαν με μίσος. Προσπαθούσε να βρει έξοδο, αλλά κάθε στροφή τον οδηγούσε πιο βαθιά. Ο αέρας μύριζε καμένο χαρτί και σκουριά. Ένας νεαρός άνδρας εμφανίστηκε μπροστά του. Δεν είχε μάτια, μόνο δύο μαύρες κοιλότητες. Του ψιθύρισε: "Δεν είναι όνειρο, Γκλιριον. Είναι ανάμνηση." Ο Γκλιριον τρομοκρατήθηκε καθώς ένιωσε τη φρικτή αίσθηση ξανά, τα μάτια του να χάνονται. Προσπάθησε να φωνάξει, να ξυπνήσει, αλλά το σώμα του δεν υπάκουε.
Ξαφνικά οι καθρέφτες άρχισαν να σπάνε, Από τα θραύσματα ξεπηδούσαν φωνές, κραυγές, και εικόνες από έναν πόλεμο που δεν θυμόταν ότι είχε ζήσει. Ο νεαρός τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε προς μια πόρτα. Πίσω της δεν υπήρχε σκοτάδι, ούτε φως. Υπήρχε μόνο μια μορφή — αέρινη, σχεδόν διάφανη, που έμοιαζε να πάλλεται με τον ρυθμό της σκέψης του. Ήταν η Πανδώρα. Ο Γκλιριον ένιωσε το βάρος του σώματός του να χάνεται. Σαν να μην υπήρχε πια. Σαν να ήταν μόνο σκέψη, μόνο βλέμμα. Η Πανδώρα τον οδήγησε μέσα από έναν διάδρομο φτιαγμένο από μνήμες — παιδικές φωνές, χαμένες μάχες, πρόσωπα που δεν είχαν πια όνομα. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, όλα πάγωσαν. Το όνειρο ράγισε. Κι ο Γκλιριον άνοιξε τα μάτια του.
Δεν ήταν πια στο δρόμο, άλλα σε έναν κλειστό χώρο, σαν αποθήκη, το εσωτερικό της μύριζε βότανα και κερί. Μπορούσε να γευτεί την σκόνη και την υγρασία, Σίγουρα θα υπήρχαν κιβώτια, κουτιά και λογής πράγματα. Δεν σηκώθηκε, ψαχούλεψε γύρω του και έπιασε τον κορμό της Πανδώρα, τραβήχτηκε αμέσως από φόβο και σεβασμό, αλλά δεν άκουσε αντίδραση, με μία πολύ απαλή και αιθέρια κίνηση έφερε τις παλάμες του στο πρόσωπό της. Ήταν ήρεμο, με ελαφρά κλειστά τα βλέφαρα, χωρίς σπασμούς. Μάλλον συνέρχεται σκέφτηκε και κούρνιασε να πάρει κάποιες στιγμές στη γωνιά του. Αναλογίστηκε το τι είδε, τι του συνέβη, τι μπορεί να έπρεπε να καταλάβει από όλα αυτά.
Σιωπή... Αποφάσισε στωικά να περιμένει την Πανδώρα να επανέλθει, θα υπάρξει χρόνος για όλα σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια του για να λάβει λίγες στιγμές ανάπαυσης...
Όπως και στο προηγούμενο όνειρο οι δύο τους κοντοστάθηκαν και κοιτάχτηκαν...
"Εσύ είσαι εγώ;" — "Όχι, είμαι ότι έχεις αφήσει πίσω για να συνεχίσεις μπροστά". Ο άλλος Γκλιριον φορούσε πανοπλία από σκιές. Το βλέμμα του ήταν καθαρό, αλλά άδειο. "Τι θα μπορούσα να γίνω; Ξέρεις να μου πεις;" —"Δεν χρειάζεται να σου πω, ούτε να ξέρεις. Απλά κοιταξέ με." Ο δρόμος γύρω τους άρχισε να συστρέφεται, σαν να ζωντάνεψε. Το πορτοκαλί φως έγινε κόκκινο, μετά μωβ, μετά μαύρο. Ο Γκλιριον ένιωσε τον φόβο να τον πλημμυρίζει — όχι γιατί ο άλλος ήταν απειλή, αλλά γιατί ήταν αλήθεια. "Αν κοιτάξω τι θα γίνει;" — "Θα πάψεις να τρέχεις. Θα πάψεις να ονειρεύεσαι. Θα αρχίσεις να θυμάσαι."
Ο Γκλίριον μάζεψε την ενέργειά του, έκανε το βήμα μπροστά και ο δρόμος ξετυλίχτηκε, το φως χάθηκε, και η μορφή του εαυτού του έγινε σκόνη. Στη θέση του βρισκόταν μία άλλη θολή μορφή, τον ακούμπησε στο μέτωπο και ξαναχάθηκε μέσα σε όνειρο.
Ο δρόμος και ο ουρανός έδωσαν τη θέση τους σε σκοτεινούς διαδρόμους σαν λαβύρινθος. Οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι από καθρέφτες, αλλά δεν αντανακλούσαν το είδωλό του. Αντί για τον εαυτό του, έβλεπε πρόσωπα που δεν γνώριζε — κάποια έκλαιγαν, κάποια τον κοιτούσαν με μίσος. Προσπαθούσε να βρει έξοδο, αλλά κάθε στροφή τον οδηγούσε πιο βαθιά. Ο αέρας μύριζε καμένο χαρτί και σκουριά. Ένας νεαρός άνδρας εμφανίστηκε μπροστά του. Δεν είχε μάτια, μόνο δύο μαύρες κοιλότητες. Του ψιθύρισε: "Δεν είναι όνειρο, Γκλιριον. Είναι ανάμνηση." Ο Γκλιριον τρομοκρατήθηκε καθώς ένιωσε τη φρικτή αίσθηση ξανά, τα μάτια του να χάνονται. Προσπάθησε να φωνάξει, να ξυπνήσει, αλλά το σώμα του δεν υπάκουε.
Ξαφνικά οι καθρέφτες άρχισαν να σπάνε, Από τα θραύσματα ξεπηδούσαν φωνές, κραυγές, και εικόνες από έναν πόλεμο που δεν θυμόταν ότι είχε ζήσει. Ο νεαρός τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε προς μια πόρτα. Πίσω της δεν υπήρχε σκοτάδι, ούτε φως. Υπήρχε μόνο μια μορφή — αέρινη, σχεδόν διάφανη, που έμοιαζε να πάλλεται με τον ρυθμό της σκέψης του. Ήταν η Πανδώρα. Ο Γκλιριον ένιωσε το βάρος του σώματός του να χάνεται. Σαν να μην υπήρχε πια. Σαν να ήταν μόνο σκέψη, μόνο βλέμμα. Η Πανδώρα τον οδήγησε μέσα από έναν διάδρομο φτιαγμένο από μνήμες — παιδικές φωνές, χαμένες μάχες, πρόσωπα που δεν είχαν πια όνομα. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, όλα πάγωσαν. Το όνειρο ράγισε. Κι ο Γκλιριον άνοιξε τα μάτια του.
Δεν ήταν πια στο δρόμο, άλλα σε έναν κλειστό χώρο, σαν αποθήκη, το εσωτερικό της μύριζε βότανα και κερί. Μπορούσε να γευτεί την σκόνη και την υγρασία, Σίγουρα θα υπήρχαν κιβώτια, κουτιά και λογής πράγματα. Δεν σηκώθηκε, ψαχούλεψε γύρω του και έπιασε τον κορμό της Πανδώρα, τραβήχτηκε αμέσως από φόβο και σεβασμό, αλλά δεν άκουσε αντίδραση, με μία πολύ απαλή και αιθέρια κίνηση έφερε τις παλάμες του στο πρόσωπό της. Ήταν ήρεμο, με ελαφρά κλειστά τα βλέφαρα, χωρίς σπασμούς. Μάλλον συνέρχεται σκέφτηκε και κούρνιασε να πάρει κάποιες στιγμές στη γωνιά του. Αναλογίστηκε το τι είδε, τι του συνέβη, τι μπορεί να έπρεπε να καταλάβει από όλα αυτά.
Σιωπή... Αποφάσισε στωικά να περιμένει την Πανδώρα να επανέλθει, θα υπάρξει χρόνος για όλα σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια του για να λάβει λίγες στιγμές ανάπαυσης...
...I look into your future and i see death...

Re: Φιδόμορφη Άτη
Το μονοπάτι την οδήγησε μπροστά σε μια σπηλιά. Εκεί το σκοτάδι δεν ήταν απλώς έλλειψη φωτός, ήταν κάτι ζωντανό, κατάπινε τα πάντα. Ιστοί, λεπτοί σαν φλέβες απο μετάξι κρέμονταν στην είσοδο. Η Πανδώρα ένιωσε ενα δυνατό κάλεσμα από μέσα.
Κάθε κλωστή έλαμπε αχνά, δημιουργώντας ένα μονοπάτι που την οδηγούσε βαθύτερα. Όσο βαθύτερα έμπαινε τόσο πλήθαιναν τα νήματα. Στο τέλος του βρήκε έναν καθρέφτη με χοντρή περίτεχνη χρυσή κορνίζα, και ολοι οι ιστοί έμοιαζαν να βγαίνουν απόμέσα του.
Πλησίασε αργά.
Στο κέντρο του εκείνη, καθισμένη σε θρόνο. Γύρω της αμέτρητοι κοιμώμενοι, όλοι παγιδευμένοι στα όνειρά τους, δεμένοι στους ιστούς, παραδομένοι.
"Αν είχες τη δύναμη να τους κρατήσεις για πάντα εδώ, θα το έκανες;" την ρώτησε ο ίδιος της ο εαυτός μέσα απο τον καθρέφτη.
Η Πανδώρα πλησίασε περισσότερο προς τον καθρέφτη, στο αλλιώτικο είδωλο της. Η απόλυτη δύναμη βρισκόταν μέσα του, και ήταν όλη δική της. Θεϊκή. Δηλητηριώδη.
"Μπορείς να διαμορφώσεις τα πάντα! Τον χώρο, τον χρόνο, τους ανθρώπους. Όλα υπακούν στη θέλησή σου." Συνέχισε το είδωλο της.
Πόσα πράγματα θα μπορούσε να έχει αλλάξει με τέτοια δύναμη. Ακούμπησε το γυαλί, παγωμένο κάτω απο τα δάχτυλά της.
Τα νήματα άρχισαν να τυλιγονται γύρω της, να τη σφίγγουν. Κάθε αναπνοή της πιο δύσκολη απο την προηγούμενη. Τα νήματα πλέον είχαν συνδεθεί με την ίδια, όμως δεν ήταν αυτή που είχε τον έλεγχο, αλλά η αντανάκλαση της μέσα από τον καθρέφτη. Όσο πάλευε τόσο πιο δύσκολο γινόταν να ξεφύγει.
Αυτή η δύναμη ποτέ δεν προοριζόταν για κάποιον σαν αυτή. Το τίμημα ήταν μεγάλο και το αδύναμο θνητό σώμα της δεν μπορούσε να το πληρώσει.
Παραδόθηκε.
Όταν ξύπνησε βρισκόταν σε έναν ναό μισοβυθισμένο στο νερό.
Το δάπεδο ήταν από οψίδιο, και μέσα του καθρεφτίζονταν πρόσωπα ανθρώπων που είχε αγγίξει στα όνειρά τους.
Κάποιοι χαμογελούσαν, ήρεμοι, ευγνώμων.
Αλλοι ούρλιαζαν απο τον πόνο που τους είχε προκαλέσει.
Παράλογο, κι όμως τους θυμόταν όλους.
Μια φωνή αντήχησε, απαλή αλλά διαπεραστική:
"Πόσους άλλαξες χωρίς να στο ζητήσουν;"
Το νερό γύρω της ‐που μέχρι τώρα ήταν γαλήνιο ‐ άρχισε να κυματίζει, να παίρνει μορφή, σχηματίζοντας χέρια που την άρπαξαν από τους αστραγάλους και ξεκίνησαν να την τραβάνε προς τα κάτω. Τα πρόσωπα κάτω απ’ τα πόδια της άρχισαν να φωνάζουν το ονόμα της.
Κάθε πρόσωπο που είχε αλλάξει, κάθε όνειρο που είχε διαστρεβλωσει, τώρα ήταν μπροστά της, ζητώντας της να αναλάβει την ευθύνη.
Η Πανδώρα ένιωσε τον αέρα να κόβεται, τα χέρια την τραβούσαν όλο και πιο βαθιά. Θα μπορούσε να παλέψει όμως δεν το έκανε. Αντίθετα, άφησε τον εαυτό της να βυθιστεί.
Της άξιζε.
Συνειδητοποίησε πως ήταν η ίδια της η ενοχή που την έπνιγε και οχι το νερό.
Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα πρόσωπα είχαν σωπάσει και το μόνο που ακουγόταν ήταν σταγόνες που έπεφταν αργά απο σταλακτίτες στο ταβάνι.
Τελείως χαμένη και ταλαιπορημενη περιπλανιόταν μέσα στο ομιχλώδες δάσος. Φαντάσματα του παρελθόντος έπαιζαν με το μυαλό της.
Σε ένα ξέφωτο, είδε ξανά τον εαυτό της. Πολλαπλασιασμενο. Δέκα, είκοσι, εκατοντάδες εκδοχές της, όρθιες μέσα στο φως και το σκοτάδι.
Ήταν αυτή, αλλά και όχι. Ηταν όλες οι εκδοχές του εαυτού της ‐τις ζωές που θα μπορούσε να έχει ζήσει, τα ψέματα που είπε για να προστατευτεί, τα πρόσωπα που φόρεσε για να επιβιώσει.
"Ποια από εμάς είσαι;" ψιθύρισε μία απο αυτές.
"Όλες....Καμία." απάντησε η Πανδώρα, δεν ήξερε πλέον ποία ήταν.
Όλες οι πτυχές της άρχισαν να μιλάνε ταυτόχρονα, ακατανόητα. Κάποιες την κατηγορούσαν για όσα δεν έκανε,
άλλες την ευχαριστούσαν για όσα τόλμησε. Άλλες την καλούσαν να γίνει σαν αυτές.
Οι λέξεις μπλέκονταν, δεν μπορούσε να καταλάβει πλέον.
Το βουητό έγινε ανυπόφορο. Κάλυψε τα αυτιά της όμως ο ήχος δεν μειώθηκε. Ο ήχος έβγαινε από μέσα της.
"Δεν μπορώ να σας καταλάβω.."
"Δεν χρειάζεται" είπαν όλες ταυτόχρονα.
Όλες οι μορφές άρχισαν να σπάνε, η μία μετά την άλλη. Θραύσματα γυαλιού εκτοξεύονται προς κάθε κατεύθυνση.
Πολλά απο αυτά καρφωθηκαν πάνω της. Έντρομη προσπάθησε να καλυφθεί, όμως παρατήρησε πως δεν ένιωθε πόνο, δεν μάτωσε. Τράβηξε ένα θραύσμα απο μέσα της, μετά ενα άλλο. Σε κάθε κομμάτι έβλεπε τον εαυτό της. Τα καλά και τα κακά και τότε κατάλαβε‐ όλες ήταν κομμάτια του ίδιου της του εαυτού. Όχι αντίγραφα.
Για να συνεχίσει, έπρεπε να τις δεχτεί όλες. Ακόμα κι αυτές που δεν ήθελε να θυμάται.
Εκτυφλωτικό φως άρχισε να βγαίνει από μέσα της και μια φωνή, καθαρή και κρυστάλλινη της έδωσε ενα μήνυμα.
"Κάθε όνειρο που σπας, σε σπάει κι εκείνο.
Δεν είδες παρά μερικές θραύσεις της αλήθειας και ακόμη δεν έχεις φτάσει στο κέντρο του ιστού.
Η Xal’nurath θα ξυπνήσει μέσα σου.
Κι όταν ονειρευτεί εσένα, δεν θα είσαι πια η Πανδώρα."
Ένιωθε το σώμα της ελαφρύ, μια πρωτόγνωρη ευφορία την γέμισε.
Και μετά βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Η μυρωδιά καμένων βοτάνων και της υγρασίας την έκαναν να ανοίξει τα μάτια της. Τα χέρια της έτρεμαν όμως προσπάθησε να στηριχτεί και να σηκωθεί.
Δεν ήξερε αν είχε πραγματικά ξυπνήσει
ή αν βρισκόταν σε ένα νέο στρώμα του ονείρου.
Ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει.
Βρισκόταν σε ενα μικρό ‐αποπνικτικα γεμάτο με πράγματα‐ δωμάτιο.
Και δεν ήταν μόνη.
Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της και να εκτιμήσει την κατάσταση.
"Ποίος είσαι εσυ;" ρώτησε όσο πιο σταθερά μπορούσε.
Ο Βιρίντιαν σύρθηκε μέσα απο τις πτυχές του ρούχου της. Άρχισε να ενώνει κάποια απο τα κομμάτια του παζλ. Ο άντρας που ήταν μαζί τώρα, ήταν ο ίδιος στο σοκάκι. Αυτός που έπεσε απο την επίθεση του φιδιού της.
Τόσα πολλά που έπρεπε να ξεδιαλύνει.
Κοίταξε ξανά τον άντρα περιμένοντας για μια απάντηση.
Κάθε κλωστή έλαμπε αχνά, δημιουργώντας ένα μονοπάτι που την οδηγούσε βαθύτερα. Όσο βαθύτερα έμπαινε τόσο πλήθαιναν τα νήματα. Στο τέλος του βρήκε έναν καθρέφτη με χοντρή περίτεχνη χρυσή κορνίζα, και ολοι οι ιστοί έμοιαζαν να βγαίνουν απόμέσα του.
Πλησίασε αργά.
Στο κέντρο του εκείνη, καθισμένη σε θρόνο. Γύρω της αμέτρητοι κοιμώμενοι, όλοι παγιδευμένοι στα όνειρά τους, δεμένοι στους ιστούς, παραδομένοι.
"Αν είχες τη δύναμη να τους κρατήσεις για πάντα εδώ, θα το έκανες;" την ρώτησε ο ίδιος της ο εαυτός μέσα απο τον καθρέφτη.
Η Πανδώρα πλησίασε περισσότερο προς τον καθρέφτη, στο αλλιώτικο είδωλο της. Η απόλυτη δύναμη βρισκόταν μέσα του, και ήταν όλη δική της. Θεϊκή. Δηλητηριώδη.
"Μπορείς να διαμορφώσεις τα πάντα! Τον χώρο, τον χρόνο, τους ανθρώπους. Όλα υπακούν στη θέλησή σου." Συνέχισε το είδωλο της.
Πόσα πράγματα θα μπορούσε να έχει αλλάξει με τέτοια δύναμη. Ακούμπησε το γυαλί, παγωμένο κάτω απο τα δάχτυλά της.
Τα νήματα άρχισαν να τυλιγονται γύρω της, να τη σφίγγουν. Κάθε αναπνοή της πιο δύσκολη απο την προηγούμενη. Τα νήματα πλέον είχαν συνδεθεί με την ίδια, όμως δεν ήταν αυτή που είχε τον έλεγχο, αλλά η αντανάκλαση της μέσα από τον καθρέφτη. Όσο πάλευε τόσο πιο δύσκολο γινόταν να ξεφύγει.
Αυτή η δύναμη ποτέ δεν προοριζόταν για κάποιον σαν αυτή. Το τίμημα ήταν μεγάλο και το αδύναμο θνητό σώμα της δεν μπορούσε να το πληρώσει.
Παραδόθηκε.
Όταν ξύπνησε βρισκόταν σε έναν ναό μισοβυθισμένο στο νερό.
Το δάπεδο ήταν από οψίδιο, και μέσα του καθρεφτίζονταν πρόσωπα ανθρώπων που είχε αγγίξει στα όνειρά τους.
Κάποιοι χαμογελούσαν, ήρεμοι, ευγνώμων.
Αλλοι ούρλιαζαν απο τον πόνο που τους είχε προκαλέσει.
Παράλογο, κι όμως τους θυμόταν όλους.
Μια φωνή αντήχησε, απαλή αλλά διαπεραστική:
"Πόσους άλλαξες χωρίς να στο ζητήσουν;"
Το νερό γύρω της ‐που μέχρι τώρα ήταν γαλήνιο ‐ άρχισε να κυματίζει, να παίρνει μορφή, σχηματίζοντας χέρια που την άρπαξαν από τους αστραγάλους και ξεκίνησαν να την τραβάνε προς τα κάτω. Τα πρόσωπα κάτω απ’ τα πόδια της άρχισαν να φωνάζουν το ονόμα της.
Κάθε πρόσωπο που είχε αλλάξει, κάθε όνειρο που είχε διαστρεβλωσει, τώρα ήταν μπροστά της, ζητώντας της να αναλάβει την ευθύνη.
Η Πανδώρα ένιωσε τον αέρα να κόβεται, τα χέρια την τραβούσαν όλο και πιο βαθιά. Θα μπορούσε να παλέψει όμως δεν το έκανε. Αντίθετα, άφησε τον εαυτό της να βυθιστεί.
Της άξιζε.
Συνειδητοποίησε πως ήταν η ίδια της η ενοχή που την έπνιγε και οχι το νερό.
Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα πρόσωπα είχαν σωπάσει και το μόνο που ακουγόταν ήταν σταγόνες που έπεφταν αργά απο σταλακτίτες στο ταβάνι.
Τελείως χαμένη και ταλαιπορημενη περιπλανιόταν μέσα στο ομιχλώδες δάσος. Φαντάσματα του παρελθόντος έπαιζαν με το μυαλό της.
Σε ένα ξέφωτο, είδε ξανά τον εαυτό της. Πολλαπλασιασμενο. Δέκα, είκοσι, εκατοντάδες εκδοχές της, όρθιες μέσα στο φως και το σκοτάδι.
Ήταν αυτή, αλλά και όχι. Ηταν όλες οι εκδοχές του εαυτού της ‐τις ζωές που θα μπορούσε να έχει ζήσει, τα ψέματα που είπε για να προστατευτεί, τα πρόσωπα που φόρεσε για να επιβιώσει.
"Ποια από εμάς είσαι;" ψιθύρισε μία απο αυτές.
"Όλες....Καμία." απάντησε η Πανδώρα, δεν ήξερε πλέον ποία ήταν.
Όλες οι πτυχές της άρχισαν να μιλάνε ταυτόχρονα, ακατανόητα. Κάποιες την κατηγορούσαν για όσα δεν έκανε,
άλλες την ευχαριστούσαν για όσα τόλμησε. Άλλες την καλούσαν να γίνει σαν αυτές.
Οι λέξεις μπλέκονταν, δεν μπορούσε να καταλάβει πλέον.
Το βουητό έγινε ανυπόφορο. Κάλυψε τα αυτιά της όμως ο ήχος δεν μειώθηκε. Ο ήχος έβγαινε από μέσα της.
"Δεν μπορώ να σας καταλάβω.."
"Δεν χρειάζεται" είπαν όλες ταυτόχρονα.
Όλες οι μορφές άρχισαν να σπάνε, η μία μετά την άλλη. Θραύσματα γυαλιού εκτοξεύονται προς κάθε κατεύθυνση.
Πολλά απο αυτά καρφωθηκαν πάνω της. Έντρομη προσπάθησε να καλυφθεί, όμως παρατήρησε πως δεν ένιωθε πόνο, δεν μάτωσε. Τράβηξε ένα θραύσμα απο μέσα της, μετά ενα άλλο. Σε κάθε κομμάτι έβλεπε τον εαυτό της. Τα καλά και τα κακά και τότε κατάλαβε‐ όλες ήταν κομμάτια του ίδιου της του εαυτού. Όχι αντίγραφα.
Για να συνεχίσει, έπρεπε να τις δεχτεί όλες. Ακόμα κι αυτές που δεν ήθελε να θυμάται.
Εκτυφλωτικό φως άρχισε να βγαίνει από μέσα της και μια φωνή, καθαρή και κρυστάλλινη της έδωσε ενα μήνυμα.
"Κάθε όνειρο που σπας, σε σπάει κι εκείνο.
Δεν είδες παρά μερικές θραύσεις της αλήθειας και ακόμη δεν έχεις φτάσει στο κέντρο του ιστού.
Η Xal’nurath θα ξυπνήσει μέσα σου.
Κι όταν ονειρευτεί εσένα, δεν θα είσαι πια η Πανδώρα."
Ένιωθε το σώμα της ελαφρύ, μια πρωτόγνωρη ευφορία την γέμισε.
Και μετά βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Η μυρωδιά καμένων βοτάνων και της υγρασίας την έκαναν να ανοίξει τα μάτια της. Τα χέρια της έτρεμαν όμως προσπάθησε να στηριχτεί και να σηκωθεί.
Δεν ήξερε αν είχε πραγματικά ξυπνήσει
ή αν βρισκόταν σε ένα νέο στρώμα του ονείρου.
Ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει.
Βρισκόταν σε ενα μικρό ‐αποπνικτικα γεμάτο με πράγματα‐ δωμάτιο.
Και δεν ήταν μόνη.
Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της και να εκτιμήσει την κατάσταση.
"Ποίος είσαι εσυ;" ρώτησε όσο πιο σταθερά μπορούσε.
Ο Βιρίντιαν σύρθηκε μέσα απο τις πτυχές του ρούχου της. Άρχισε να ενώνει κάποια απο τα κομμάτια του παζλ. Ο άντρας που ήταν μαζί τώρα, ήταν ο ίδιος στο σοκάκι. Αυτός που έπεσε απο την επίθεση του φιδιού της.
Τόσα πολλά που έπρεπε να ξεδιαλύνει.
Κοίταξε ξανά τον άντρα περιμένοντας για μια απάντηση.
Re: Φιδόμορφη Άτη
Ο Γκλίριον αφουγκράστηκε την Πανδώρα, τώρα που ένιωσε πως και οι δύο ήταν ξύπνιοι. Γύρισε το κενό από μάτια βλέμμα του προς εκείνη.
"Δεν έχω απαντήσεις, όσο κι αν περιμένεις να σου δώσω. Έχω όμως ερωτήσεις."
Η φωνή του ακουγόταν βαθιά και τραυματισμένη από την ονειροβασία, αλλά χωρίς εχθρότητα. Σήκωσε αργά το χέρι του. Οι άκρες των δαχτύλων του, έπιασαν ένα μικρό σημάδι στο λαιμό του: δύο μικρές, παραλληλόγραμμες τομές, τη δαγκωνία του φιδιού. "Τι συνέβη, τι με δάγκωσε και πως κατέληξα να ονειροβατώ; Σε είδα στο όνειρό μου δύο τρεις φορές. Ποιά είσαι; Γιατί εμένα;"
Έσυρε το σώμα του πιο κοντά της, οι κινήσεις του ακόμα παράξενες, σαν να μην είχε ενσωματωθεί πλήρως στα οστά του. Ο αέρας ήταν πνιχτός από την υγρασία και τη σκόνη. Μικρές οχλαγωγίες περνούσαν ανεπαίσθητα από τους τοίχους, υπενθυμίζοντάς τους να μείνουν ήσυχοι.
"Μα πού πήγαν οι τρόποι μου. Glirion Denrion Fuinrel!" Έκανε μία μικρή υπόκλιση, αδέξια. "Ομολογώ πως δεν είχα την τύχη να γνωρίσω μία ονειροβάτρια εδώ και δεκαετίες, χαμένη τέχνη θα έλεγε κάποιος, θαρρώ πως υπάρχουν κενά στο συλλογισμό μου που ούτε εσύ μπορείς να απαντήσεις, όπως το πως βρεθήκαμε και το που είμαστε. Μόλαταύτα μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα βασικά."
"Το όνομά μου είναι Glirion. Είμαι ένας απλ'ος περιπλανώμενος τυφλός, ίσως όχι πολύ "απλός". Η ζωή μου και το πνεύμα μου είναι συνυφασμένα με το αρχαίο. Με πέτυχες στην αγορά όπου πριν προλάβω το παραμικρό, κάτι μου επιτέθηκε και μπήκα σε ονειροβασία. Δεν ξέρω τίποτα για σένα, ούτε τι είδες, ούτε τι ξέρεις. Μπορείς να ξεκινήσεις από τα βασικά λοιπόν και θα πάμε και σε πιο ενδότερα. Δεν φαίνεται να μας ανησυχεί ο χρόνος αυτή τη στιγμή."
"Δεν έχω απαντήσεις, όσο κι αν περιμένεις να σου δώσω. Έχω όμως ερωτήσεις."
Η φωνή του ακουγόταν βαθιά και τραυματισμένη από την ονειροβασία, αλλά χωρίς εχθρότητα. Σήκωσε αργά το χέρι του. Οι άκρες των δαχτύλων του, έπιασαν ένα μικρό σημάδι στο λαιμό του: δύο μικρές, παραλληλόγραμμες τομές, τη δαγκωνία του φιδιού. "Τι συνέβη, τι με δάγκωσε και πως κατέληξα να ονειροβατώ; Σε είδα στο όνειρό μου δύο τρεις φορές. Ποιά είσαι; Γιατί εμένα;"
Έσυρε το σώμα του πιο κοντά της, οι κινήσεις του ακόμα παράξενες, σαν να μην είχε ενσωματωθεί πλήρως στα οστά του. Ο αέρας ήταν πνιχτός από την υγρασία και τη σκόνη. Μικρές οχλαγωγίες περνούσαν ανεπαίσθητα από τους τοίχους, υπενθυμίζοντάς τους να μείνουν ήσυχοι.
"Μα πού πήγαν οι τρόποι μου. Glirion Denrion Fuinrel!" Έκανε μία μικρή υπόκλιση, αδέξια. "Ομολογώ πως δεν είχα την τύχη να γνωρίσω μία ονειροβάτρια εδώ και δεκαετίες, χαμένη τέχνη θα έλεγε κάποιος, θαρρώ πως υπάρχουν κενά στο συλλογισμό μου που ούτε εσύ μπορείς να απαντήσεις, όπως το πως βρεθήκαμε και το που είμαστε. Μόλαταύτα μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα βασικά."
"Το όνομά μου είναι Glirion. Είμαι ένας απλ'ος περιπλανώμενος τυφλός, ίσως όχι πολύ "απλός". Η ζωή μου και το πνεύμα μου είναι συνυφασμένα με το αρχαίο. Με πέτυχες στην αγορά όπου πριν προλάβω το παραμικρό, κάτι μου επιτέθηκε και μπήκα σε ονειροβασία. Δεν ξέρω τίποτα για σένα, ούτε τι είδες, ούτε τι ξέρεις. Μπορείς να ξεκινήσεις από τα βασικά λοιπόν και θα πάμε και σε πιο ενδότερα. Δεν φαίνεται να μας ανησυχεί ο χρόνος αυτή τη στιγμή."
...I look into your future and i see death...

